Tuesday, October 23, 2018

Ο Φάουστ προσκυνητής στο άγαλμα της Αθηνάς

Συντάκτης Θωμάς Χατζηθωμάς



Η απόκτηση της απόλυτης γνώσης, της υπέρτατης σοφίας, δεν απασχόλησε μόνο το Φάουστ, πολλοί άνθρωποι, αρκετοί εκ των οποίων ευφυέστατοι, προσπάθησαν να το κατορθώσουν. Είναι αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός πως στην αρχαία Ελλάδα κανείς δεν σκέφτηκε ή καλύτερα δεν τόλμησε καν να σκεφτεί ότι θα μπορούσε να προσεγγίσει την απόλυτη γνώση, για τους αρχαίους Έλληνες αυτό πιθανόν να αποτελούσε ύβρη, κάτι που ξεπερνάει τα ανθρώπινα όρια, μια ασυγχώρητη ασέβεια προς τους θεούς. Αντίθετα αναγνώρισαν με ευλάβεια την αξία της γνώσης μέσα στα ανθρώπινα πλαίσια και την πρακτική της χρησιμότητα στην καθημερινή ζωή, ιδίως στην ελληνιστική περίοδο, με κύριους εκφραστές αυτής της στάσης τους επικούρειους και τους στωικούς. Ουσιαστικά οι αρχαίοι Έλληνες απενοχοποίησαν τη γνώση και εν τέλει τη συνείδηση, καθαρίζοντας την από κάθε ιουδαϊκό θεολογικό κατάλοιπο και ανεβάζοντας την στο βάθρο της υπέρτατης ανθρώπινης αρετής. Η ιουδαϊκή παράδοση κατέστησε ένοχη και αμαρτωλή τη γνώση με το προπατορικό αμάρτημα, οι πρωτόπλαστοι, τη στιγμή της ανυπακοής τους απέκτησαν αυτοσυνειδησία και κριτική σκέψη με αποτέλεσμα να εκδιωχθούν από τον παράδεισο, έτσι η συνείδηση απέκτησε ένοχο και μιαρό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος εξελίχθηκε και διαχώρισε τον εαυτό του από το ζώο, απέκτησε συνείδηση με ό,τι αρνητικό συνεπάγεται αυτό, δηλαδή τον πόνο και την αγωνία της ύπαρξης, άποψη που μπορούμε να πούμε, ίσως και λίγο αυθαίρετα, πως συμφωνεί και ως ένα σημείο συνοδοιπορεί με το φιλοσοφικό ρεύμα του υπαρξισμού. Αντίθετα οι Έλληνες κατέλυσαν αυτή την ενοχή και καθαγίασαν τη γνώση, την αυτογνωσία, την αυτοσυνειδησία και εν γένει την ύπαρξη, στην αρχαιοελληνική μυθολογία αλλά και στην απλή καθημερινότητα, η γνώση ήταν αθώα, η Θεά της σοφίας, η Αθηνά, ήταν παρθένα, άσπιλη, χωρίς τίποτα το αξιοκατάκριτο ενώ το γνώθι σαυτόν αποτελούσε αξιέπαινη αρετή.
Η γνώση αποτελεί τη μία όψη του νομίσματος, η άλλη είναι η αλήθεια και είναι αχώριστες αδερφές όπως αχώριστα είναι τα δύο στοιχεία του Γιν-γιανγκ, όταν αναφερόμαστε στη γνώση εννοούμε τη γνώση της αλήθειας, της πραγματικότητας. Η αλήθεια όμως, αυτή η γητεύτρα των ποιητών και των φιλοσόφων, είναι κάτι σχετικό, η απόλυτη μορφή της είναι κάτι απρόσιτο στην ανθρώπινη συνείδηση, όπως πολύ σωστά εξέφρασε με σαφήνεια ο Καντ. Αν αναζητήσουμε σ’ αυτήν κάτι απόλυτο μέσα στα ανθρώπινα πεπερασμένα πλαίσια, τότε είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε τον υποκειμενικό της χαρακτήρα, η καθολική αντικειμενική γνώση δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή από τη συνείδηση μας, βρίσκεται πάνω από τα γνωστικά όριά της, η αντικειμενική αλήθεια είναι μια σύμβαση που κάναμε εμείς οι άνθρωποι μεταξύ μας για να μην αλληλοεξοντωθούμε, μια αναγκαστική συμφωνία για να επιβιώσουμε και να αναπτυχθούμε πολιτισμικά. Οι παγκόσμιες και αναλλοίωτες αξίες κι αλήθειες λοιπόν δεν μπορούν να γίνουν κατανοητές από εμάς, είμαστε ανίκανοι ν’ αντιληφθούμε την απόλυτη αλήθεια, αν το καταφέρναμε, μάλλον θα μεταμορφωνόμασταν αυτόματα σε κάτι θεϊκό, γεγονός φυσικά αδύνατο. Με αυτό συνάδει το φιλοσοφικό ρεύμα του σκεπτικισμού, κύριος εκφραστής του οποίου στην αρχαιότητα ήταν ο Πύρρων ο Ηλείος. Ο άνθρωπος από τη χαραυγή της σκέψης του ανέπτυξε μια σχέση δέους με την αλήθεια, προσπάθησε να την προσεγγίσει κατανοώντας τη φύση της και τη σχέση της με την πραγματικότητα, ενώ στην αρχαία Ελλάδα και συγκεκριμένα με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους εκφράστηκαν, έστω και δειλά και πάντα μέσα σε αισθησιοκρατικά πλαίσια, τα πρώτα κριτήρια αξιολόγησης της εγκυρότητας της γνώσης. Από την Αναγέννηση και μετά και κυρίως στην εποχή του Διαφωτισμού, αναγνωρίστηκαν τα όρια μέσα στα οποία στοιχειοθετείται η γνώση, δηλαδή τα όρια που θέτει η ανθρώπινη φύση και πολύ περισσότερο κατανοήθηκαν οι σχέσεις μεταξύ της σκέψης και του εξωτερικού αντικειμένου, της αντίληψης και του πράγματος, σχέσεις κατά κύριο λόγο ταυτότητας και αντίθεσης.
Είναι γνωστό σαφώς πως δεν υπάρχει μόνο μία αποδεκτή θεωρία της γνώσης, κάθε φιλοσοφικό σύστημα προσπάθησε να πλησιάσει τη γνώση και εν τέλει την αλήθεια με τη δικιά του μεθοδολογία και τα δικά του συμπεράσματα. Το κέντρο του ενδιαφέροντος για την προσωκρατική φιλοσοφία ήταν η φύση, εκεί αναζήτησαν την πολυπόθητη πηγή της γνώσης στοχαστές όπως ο Θαλής, ο Αναξίμανδρος, ο Γοργίας, ο Αναξαγόρας, ακόμα και ο Ηράκλειτος. Αυτή η εποχή χαρακτηρίζεται έντονα από την αντίθεση μεταξύ του Ηράκλειτου, του φιλοσόφου του γίγνεσθαι και του Παρμενίδη, του φιλοσόφου του είναι και της ελεατικής σχολής, μία αντίθεση που παρέμεινε γόνιμα ενεργή ακόμη και στην κλασική περίοδο. Αντίθετα, με το Σωκράτη η φιλοσοφία απέκτησε έναν πιο ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα. Οι ‘επίγονοι’ του Σωκράτη ασχολήθηκαν πιο εμπεριστατωμένα με τη σχέση συνείδησης κι αντικειμένου, προσπαθώντας να κατανοήσουν με ποιο τρόπο μπορεί να συντελεστεί η ταύτιση μεταξύ τους, αγνοώντας, όπως ήταν φυσικό κι αναμενόμενο για την εποχή, τις αδυναμίες που εμφανίζονται από την ανθρώπινη αντιληπτική ικανότητα, τα προβλήματα που προκύπτουν από τη δομή και τον τρόπο λειτουργίας της σκέψης και τέλος τους περιορισμούς που παρουσιάζονται όταν αυτή η σκέψη προσπαθεί να εκφράσει τα αποτελέσματα των συλλογισμών της μέσω της προκαθορισμένης λειτουργίας της γλώσσας. Ο Πλάτωνας υποστήριξε πως το αντικείμενο της γνώσης είναι η ιδέα, η έννοια κάποιου πράγματος, δηλαδή τα βασικά χαρακτηριστικά του, το είναι αυτό καθεαυτό. Γι’ αυτόν η επιθυμητή ταύτιση νόησης κι αντικειμένου, ψυχής και πράγματος, είναι δεδομένη αφού η ψυχή στην προηγούμενη ζωή της είχε δει την ιδέα μέσα στην εντέλεια της και τώρα έχει πλέον τη δυνατότητα, βλέποντας το αντικείμενο που την πρεσβεύει, να την ξαναθυμηθεί και να την κατανοήσει. Και για τον Αριστοτέλη γνώση σημαίνει ταύτιση της ψυχής με το εξωτερικό αντικείμενο, όχι με το ίδιο το αντικείμενο αλλά ταύτιση της ψυχής με τη μορφή του αντικειμένου, δηλαδή με τη διάταξη των ιδιοτήτων που το συνιστούν, με απλά λόγια, γνώση κατ’ αυτόν τον τρόπο σημαίνει προσδιορισμός από τη μεριά της αντιλαμβάνουσας συνείδησης, όλων των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του πράγματος. Μπορούμε να υποστηρίξουμε λοιπόν πως ο σταγειρίτης φιλόσοφος παρουσιάζει τη γνώση ως τη συνειδητοποίηση της μοναδικής και αντικειμενικά δοσμένης τάξης των πραγμάτων και γενικά του κόσμου.
Η αριστοτελική γνωσιολογία επαναλαμβάνεται με ασήμαντες σχεδόν παραλλαγές, σε μεγάλη κλίμακα, και στην μεσαιωνική χριστιανική θεολογία. Σύμφωνα με αυτήν, το υπόβαθρο πάνω στο οποίο βασίζεται η αποκτηθείσα γνώση είναι μια πρωταρχική συγγένεια της ψυχής του ανθρώπου με το Θεό, χάρη στην οποία αυτός, δηλαδή ο άνθρωπος, μπορεί να μετέχει και από προνομιακή θέση μάλιστα, στον εκλεκτικό κόσμο της διάνοιας, καθιστώντας δυνατή μια σχετική συνάφεια με το Θεό. Μία κοσμοθεωρία που τοποθετεί φυσικά τον άνθρωπο στο κέντρο του σύμπαντος, εξομοιώνοντας τον κατ’ εικόνα με το δημιουργό του. Από την Αναγέννηση και μετά μια διαφορετική ομάδα στοχαστών με κύριο εκπρόσωπο τον Ντεκάρ, έδωσε μια διαφορετική εκδοχή κι έβαλε σε καινούρια τροχιά τον αγώνα για μια πιο ολοκληρωμένη προσέγγιση της θεωρίας της γνώσης, μια εκδοχή που προσωπικά με βρίσκει πιο σύμφωνο. Αυτοί οι φιλόσοφοι λοιπόν υποστήριξαν πως ο κόσμος, μέσα στον οποίο υπάρχει το αντικείμενο της γνώσης, είναι υποκειμενικός ή καλύτερα γίνεται αντιληπτός διαφορετικά από κάθε άνθρωπο, ανάλογα με την προσωπικότητα και την ικανότητα του για τεκμηριωμένο στοχασμό. Ακόμα κι αν υπάρχει μια αντικειμενική τάξη στο σύμπαν, μια απόλυτη αλήθεια, εμείς δεν θα μπορέσουμε να την κατανοήσουμε πλήρως ποτέ, αφού η γνώση που αποκτούμε προέρχεται μέσα από σχετικά κι ως εκ τούτου αναποτελεσματικά κριτήρια. Αυτή η ομάδα διανοητών που έχει τις ρίζες της όπως είπαμε στον σκεπτικισμό κι αργότερα στον στωικισμό, στην μετά μεσαιωνική εποχή απαρτίστηκε μόνο από ιδεαλιστές φιλοσόφους τους οποίους μπορούμε κάλλιστα να ονομάσουμε υποκειμενικούς ιδεαλιστές. Από το σημείο αυτό και μετά, το βασικό πρόβλημα προς επίλυση για τη γνωσιολογία ήταν η ταύτιση αυτής της υποκειμενικής αντίληψης και του ‘αντικειμενικού’ κόσμου, έτσι ώστε η γνώση που προσλαμβάνουμε ως σκεπτόμενα όντα να αποκτήσει ένα ‘σχετικά απόλυτο’ κύρος.
Η φιλοσοφία του εικοστού αιώνα βάδισε μια τελείως διαφορετική πορεία, καταργώντας ουσιαστικά τον υποκειμενικό ή αντικειμενικό χαρακτήρα της γνώσης, υποστηρίζοντας πως η γνώση που αποκτούμε, είτε έχει σχέση με μια απόλυτη αλήθεια είτε όχι, έχει λογικό -μαθηματική διάταξη, υπόκειται στους περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης ή απλά αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, στοχαζόμαστε πάνω σ’ αυτόν και τον εκφράζουμε με λογικές και μαθηματικές προτάσεις κι αξιώματα, γιατί έτσι είναι η δομή και η λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οι λογικές προτάσεις που δημιουργούμε για να εκφράσουμε τους συλλογισμούς μας ταυτίζονται  με την πραγματικότητα αυτή καθεαυτή.  Ο Βιτγκενστάιν και η σχολή της Βιέννης ήταν οι κύριοι θιασώτες της άποψης αυτής. Επίσης στο στόχαστρο του προβληματισμού των φιλοσόφων του τελευταίου αιώνα μπήκαν πολύ περισσότερο οι συνθήκες μέσα στις οποίες παρουσιάζεται το αντικείμενο προς κατανόηση, ανάλογα με τις οποίες επιλέγεται και η μέθοδος εξέτασης και ανάλυσής του, οπότε ουσιαστικά δεν μιλάμε πλέον για ανασύσταση των ιδιοτήτων του αντικειμένου αλλά για μια εκ βαθέων αποκάλυψη του. Το άλλο σημαντικό στοιχείο που προσέφερε η σύγχρονη σκέψη για την ολοκλήρωση της γνωσιολογίας ως επιστήμης είναι η θεωρία πως τα γνωστικά πεδία μέσω των οποίων αποκτά ο άνθρωπος τη γνώση του, είναι τόσα πολλά κι ανόμοια μεταξύ τους, ώστε ο καθορισμός μιας έγκυρης γνώσης είναι σχεδόν αδύνατος, καθιστώντας έτσι τη γνωσιολογία ως το συνδετικό κι απαραίτητο κρίκο όλων των επιμέρους επιστημών. Η θεωρία της γνώσης πλέον επιλέγει μεθόδους και σχήματα αναφοράς, δημιουργώντας έτσι τα κατάλληλα εργαλεία τα οποία προσφέρει αφειδώς και ασμένως σε κάθε σχετική επιστήμη που θα τα ζητήσει. Μια προσπάθεια απόλυτα δικαιολογημένη αφού όπως ήταν φυσιολογικό, κάθε εκπρόσωπος της προσπάθησε να ανεβάσει τη γνωσιολογία στο επίπεδο μιας αξιοσέβαστης, ενίοτε δαφνοστεφούς επιστήμης, έτσι ακριβώς όπως φιλοδοξούσε να καταστήσει τη φιλοσοφία ο Χέγκελ.
Αυτή συνοπτικά είναι η περιπέτεια της γνωσιοθεωρίας, δηλαδή η προσπάθεια του ανθρώπου να προσδώσει κύρος κι επιστημονική, ‘μετρήσιμη’ αντικειμενικότητα στη γνώση που καταφέρνει να αποκτήσει μέσω των αισθητηριακών του οργάνων και της σκέψης του. Η ιστορία της απόλυτης γνώσης και της συνεπακόλουθης δύναμης που επιφέρει η απόκτηση της ξεκινάει όπως προαναφέρθηκε την πρωτο-αναγεννησιακή περίοδο με τη γνωστή, μυθική πλέον φιγούρα του δόκτορος Φάουστ. Νομίζω πως είναι περιττό να αναζητήσουμε τις αιτίες που έσπρωξαν έναν άνθρωπο σαν αυτόν να επιχειρήσει κάτι τέτοιο, μια γενναία ψυχή όπως ο Φάουστ, περιφρονητικά αρνητική προς την πεζότητα της καθημερινότητας, προς αυτό που η μεγάλη Κική Δημουλά ονόμασε απλά ως ‘το λίγο του κόσμου’, θα ήταν παράδοξο αν τελικά δεν το προσπαθούσε. Άλλωστε είναι μια πανανθρώπινη απαίτηση, η απόκτηση της καθολικής αλήθειας και η άμεση επαφή με το θείο ήταν πάντοτε μια αλαζονική επιθυμία κάθε ανθρώπου ή τουλάχιστον κάθε ξεχωριστού ανθρώπου. Το κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της ψυχής είναι η συνεχής αναζήτηση απαντήσεων στις σημαντικές μεταφυσικές ανησυχίες που την ταλανίζουν, μια αναζήτηση που προσκομίζει συνεχώς καινούριες ερωτήσεις μετατρέποντας έτσι αυτόν τον αγώνα σε ένα διαρκώς ανανεωμένο κύκλο. Ο φιλόσοφος, ο σοφός άνθρωπος, έχει αναπτύξει την ικανότητα να βλέπει ολιστικά, απόλυτα τον κόσμο γύρω του, οπλισμένος με μια στωική γαλήνη και αταραξία, χωρίς τους χωρο-χρονικούς περιορισμούς που ταλαιπωρούν τον ‘κοινό άνθρωπό’, σπάζοντας την νομοτελειακή γραμμικότητα της ύπαρξης, ενεργώντας έστω και σε περιορισμένη κλίμακα σαν Θεός. Η γνώση είναι δύναμη έλεγε ο Ντεκάρ, θα προσέθετα για να ολοκληρώσω τη φράση του πως γνώση είναι η δύναμη που σε καθιστά ικανό να βλέπεις τα αόρατα, να σκέφτεσαι τα αδιανόητα, να μεταμορφώνεις την καθημερινότητα από μια απλή επανάληψη καθορισμένων γεγονότων και καταστάσεων σε μια εντυπωσιακή, απροσδόκητη έκπληξη, σε μια ανεπανάληπτη φαντασμαγορία. Ο Φάουστ το ήξερε καλά αυτό, έστω κι αν χρειάστηκε να πληρώσει με την ψυχή του για να το αποκτήσει, όταν το κέρδος είναι μεγάλο, το τίμημα είναι πάντα υψηλό.