Thursday, January 4, 2018

«Ο Στόουνερ» του John Williams

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Είναι ένα από τα βιβλία που ήθελα οπωσδήποτε να διαβάσω το 2017 και τα κατάφερα. Η ιστορία του Στόουνερ, του επίκουρου καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι είναι η ιστορία της ζωής ενός ανθρώπου φανταστικού που θα μπορούσε όμως κάλλιστα να ήταν πραγματικός. Οι ομοιότητες με τη ζωή του συγγραφέα είναι πολλές, παρ’ ότι ο ίδιος σπεύδει από τον πρόλογο να πείσει για το αντίθετο. Οι εκδόσεις Gutenberg προσέφεραν άλλη μια εξαιρετική δουλειά στο αναγνωστικό κοινό. Το μαλακό εξώφυλλο σε διαστάσεις «τσέπης» σχεδόν, σε συνδυασμό με την πολύ καλή μετάφραση της Αθηνάς Δημητριάδου (για πρώτη φορά στα ελληνικά, μολονότι το βιβλίο εκδόθηκε το 1965) και φυσικά το λατρεμένο πολυτονικό σύστημα απογειώνουν την αναγνωστική απόλαυση.


Η περίληψη:
Το μυθιστόρημα τη ζωή και τη σταδιοδρομία του Στόουνερ, ενός βοηθού καθηγητή της Αγγλικής Φιλολογίας: τη διδασκαλία του, τις σχέσεις του στο Πανεπιστήμιο, τις φιλίες του, την αποτυχία του γάμου του αλλά και τον έρωτά του για μια νεαρή καθηγήτρια, σχέση που θα εμπλακεί αναπόφευκτα στις αντιθέσεις και τους ανταγωνισμούς της πανεπιστημιακής ζωής. «Το σημαντικότερο στοιχείο του μυθιστορήματος, γράφει ο συγγραφέας, είναι η συνείδηση του έργου, του επαγγέλματος που έχει ο Στόουνερ... Η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει».
John Williams (1922-1994): Αμερικανός συγγραφέας και καθηγητής λογοτεχνίας, γνωστός για τα μυθιστορήματά του Nothing But the Night, Stoner, Butcher’s Crossing και Augustus (National Book Award for Fiction, 1973).
Το βιβλίο περιγράφει τη ζωή του Στόουνερ από την ηλικία των 6 ετών όταν άρμεγε αγελάδες στο κτήμα του βιοπαλαιστή αγρότη πατέρα του. Οι γονείς του, άνθρωποι του καθημερινού μόχθου, χωρίς ιδιαίτερες γραμματικές γνώσεις, σκιαγραφούνται στο μυθιστόρημα ως δυο άνθρωποι που αγαπούσαν πολύ το παιδί τους, αλλά δεν είχα τις πνευματικές δυνατότητες να αντιληφθούν εξαρχής την κλίση του στη λογοτεχνία. Έτσι, τον έστειλαν αρχικά να σπουδάσει στη Γεωπονική Σχολή του πλησιέστερου πανεπιστημίου, με την ελπίδα να αποκομίσει γνώσεις που θα του επέτρεπαν να αναλάβει στο μέλλον τα οικογενειακά χωράφια.
Στο πανεπιστήμιο ο Στόουνερ θα έρθει σε επαφή με έναν καθηγητή αγγλικής λογοτεχνίας, ο οποίος θα του αποτελέσει την αιτία να αλλάξει εντελώς την κατεύθυνση των σπουδών του και να στραφεί προς τη φιλολογία. Τα επόμενα χρόνια θα περάσουν για τον Στόουνερ με δουλειά και διάβασμα, έως ότου κατορθώσει να ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή και να γίνει επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο.
Στο ίδιο διάστημα θα γνωρίσει τη γυναίκα που τελικά θα παντρευτεί και με την οποία θα αποκτήσει μία κόρη. Η γυναίκα αυτή διαγράφεται σε όλο το βιβλίο ως ένα ιδιαιτέρως αντιπαθές πρόσωπο. Ένας άνθρωπος χωρίς το παραμικρό ψύγμα ενσυναίσθησης, που ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό της, με αποτέλεσμα την ανατροφή του μικρού παιδιού τους να έχει αναλάβει αποκλειστικά ο Στόουνερ για τα πρώτα χρόνια του κοριτσιού. Ξαφνικά, ωστόσο, η σύζυγος αποφασίζει να αναλάβει δράσει, να πάρει το παιδί υπό τον πλήρη έλεγχό της και να το αναθρέψει όπως εκείνη νομίζει, παραμερίζοντας τον Στόουνερ.
Το σημείο αυτό είναι σημείο καμπής για το βιβλίο, καθώς αποτελεί ουσιαστικά την επιβεβαίωση της αποτυχίας του γάμου του Στόουνερ με την Ίντιθ. Έκτοτε, ο μεσήλικας πια καθηγητής θα απορροφηθεί στις μελέτες του, που είναι διαχρονικά ο μεγάλος και μόνιμος έρωτας της ζωής του. Μέχρι που γνωρίζει μία νεαρή καθηγήτρια την οποία ερωτεύεται παράφορα. Δημιουργούν μια παράνομη σχέση που διαρκεί λίγο διάστημα αλλά χαρακτηρίζεται από απίστευτο πάθος. Πρόκειται ουσιαστικά για την απελευθέρωση των καταπιεσμένων συναισθημάτων και των δύο εραστών, οι οποίοι μοιράζονται δύο μεγάλες αγάπες: Την αγάπη του ενός για τον άλλο και την κοινή τους αγάπη για τη λογοτεχνία.
Ο έρωτας θα φύγει, ωστόσο, το ίδιο γρήγορα με τη σύντομη οικογενειακή ευτυχία του Στόουνερ, η οποία είχε προηγηθεί. Η νεαρή καθηγήτρια θα φύγει από τη ζωή του διωγμένη όχι από τον ίδιο, αλλά νικημένη από τις μηχανορραφίες και τους ανταγωνισμούς της πανεπιστημιακής ζωής.
Έκτοτε και μέχρι το τέλος ο πρωταγωνιστής θα ξαναριχτεί στα βιβλία του. Θα βιώσει συχνά το αίσθημα της μνησικακίας και της ζήλειας από ομοτέχνους του, ενώ η απόσταση από τη σύζυγό του θα εξακολουθήσει σταθερή και αναλλοίωτη. Λίγο μετά τα 60 του θα ανακαλύψει ότι πάσχει από την επάρατη νόσο. Το πανεπιστήμιο θα διοργανώσει μια αποχαιρετηστήρια εκδήλωση προς τιμήν του με αφορμή τη συνταξιοδότησή του, εκεί όπου θα ευχαριστήσει τους πάντες για ένα και μόνο γεγονός, για το γεγονός ότι του επέτρεψαν να διδάξει.
Λίγο καιρό μετά θα «σβήσει» νικημένος από τον καρκίνο.
Μεγάλη συζήτηση φαίνεται ότι έχει δημιουργήσει το ζήτημα του ποια τελικά είναι η κεντρική ιδέα αυτού του βιβλίου. Ο ίδιος ο John Williams είχε δηλώσει ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από την αγάπη για τη δουλειά αυτό που κάνει τη ζωή κάποιου σημαντική. Ο Γουίλιαμ Στόουνερ ήταν ένας μυθιστορηματικός χαρακτήρας που θα μπορούσε να ήταν τρομερά πραγματικός. Έζησε μια ζωή γεμάτη δυσκολίες. Ως χαρακτήρας, ήταν δειλός μη τολμώντας πάντοτε να μιλήσει για ό,τι αισθανόταν και να σπάσει δεσμά που τον καταπίεζαν. Τελικά, όμως, μέσα από παλινωδίες και πόνο γνώρισε όλες τις χαρές και όλες τις λύπες της ζωής.
Πιο σωστά, «γεύτηκε» κάθε καρπό της, δεν στερήθηκε τίποτα. Έκανε έναν φαινομενικά καλό γάμο, ο οποίος κατέληξε σε αποτυχία. Γνώρισε έναν μεγάλο έρωτα που είναι πολύ κοντά σε ό,τι θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει «ιδανικό έρωτα». Εισήλθε και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του, στα 65 του, σε ένα επάγγελμα που αγάπησε όσο τίποτα στη ζωή του. Πόθησε να είναι δάσκαλος, να διδάσκει κείμενα και να βρίσκει πάντα λίγους ή περισσότερους ανθρώπους να τον ακούν και να ανταποκρίνονται στη διδασκαλία του. Ακόμη κι αν όπως λέει σε ένα σημείο «ήταν ένας αδιάφορος δάσκαλος», το γεγονός ότι στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του ευχαριστεί όλους διότι του έδωσαν το δικαίωμα να γίνει δάσκαλος, φανερώνει την ικανοποίησή του για το δρόμο ζωής που κατόρθωσε να ακολουθήσει.
Παρ’ ότι το βιβλίο έχει σαφώς τραγικό τόνο, καθώς αποκαλύπτει έναν βίο με τραγικότητα από πολλές απόψεις και ιδίως από το σκληρό τέλος, είναι αλήθεια ότι ισχύει η ρήση του συγγραφέα ότι ο Γουίλιαμ Στόουνερ έζησε, τελικά, πολύ καλύτερα από τους περισσότερους ανθρώπους.
Το «η αγάπη για κάτι είναι αυτό που μετράει» είναι η κεντρική ιδέα του βιβλίου. Η αγάπη αυτή για τον πρωταγωνιστή ήταν η διδασκαλία της λογοτεχνίας. Ο πόθος του να βιώσει τις υπόλοιπες χαρές της ζωής, όπως η απόκτηση ενός παιδιού (με άλλα επίσης τραγικής φύσεως προβλήματα) και ο απόλυτος έρωτας, πληρώθηκαν επίσης με τρόπο μεστό.
Για τον αναγνώστη μένει ο προβληματισμός-αφορμή της δικής του αγάπης. Τυχερός όποιος προλάβει να τη ζήσει με όση πληρότητα την έζησε ο Στόουνερ.