Monday, November 27, 2017

Βιβλία που με σημάδεψαν: «Η Δίκη» του Φράντς Κάφκα

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Πολλές φορές θα βρει κανείς στο διαδίκτυο μακροσκελείς λίστες με «τα 10 βιβλία που πρέπει να διαβάσεις στη ζωή σου», «τα 100 καλύτερα βιβλία όλων των εποχών» ή «τα 30 βιβλία που πρέπει να έχεις διαβάσει μέχρι τα 30 σου». Προσωπικά, θεωρώ ότι ο κάθε βιβλιόφιλος (κάθε άνθρωπος, θα έπρεπε να λέμε) στην πορεία της ζωής του σίγουρα αντιλαμβάνεται ποιο είδος βιβλίων του ταιριάζει περισσότερο και τι του προσφέρει το διάβασμα γενικότερα. 
Υπάρχει, ωστόσο, μια κατηγορία βιβλίων που οπωσδήποτε ανάγονται πέραν προσωπικών εξειδικευμένων ενδιαφερόντων. Συχνά αποκαλούνται «κλασικά». Ο γράφων τα θεωρεί απλώς βιβλία – κτήμα της ανθρώπινης εξέλιξης και νόησης με πανανθρώπινο περιεχόμενο. Βιβλία που δεν εξέφρασαν απλώς τη διάνοια του συγγραφέα τους και δεν ανταποκρίθηκαν απλώς στις προσδοκίες ενός περιορισμένου κοινού. Αλλά άφησαν το χνάρι τους στην ιστορία γιατί εξέπεμψαν ένα μήνυμα που αφορά όλους. Τουλάχιστον όσους έχουν τα μάτια να το δουν και τις αισθήσεις να το νιώσουν. 

Ένα τέτοιο βιβλίο είναι «Η Δίκη» του Φραντς Κάφκα. 


Η περίληψη 

Κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος είναι ο τραπεζοϋπάλληλος Γιόζεφ Κ. (το επώνυμο δεν αναφέρεται ποτέ), ένας συνηθισμένος άνθρωπος ανίκανος για οποιαδήποτε έξαρση, στη ζωή του οποίου δεν συμβαίνει τίποτα το εξαιρετικό. 
Ξαφνικά, η ισορροπία της ζωής του ανατρέπεται όταν δύο άγνωστοι χτυπούν την πόρτα του και του ανακοινώνουν ότι ήρθαν να τον οδηγήσουν στον ανακριτή. Σίγουρα πρόκειται για παρεξήγηση, καθώς είναι αδύνατον να έχει κάνει κάτι κακό ο Γιόζεφ Κ.. Μετά την ανάκριση, αφήνεται προσωρινά ελεύθερος, ωστόσο έχει χάσει πια την ηρεμία του. Δεν τον έχουν κατηγορήσει φανερά για τίποτα, όμως έχει την αίσθηση ότι τον θεωρούν ένοχο. 
Όταν μετά από λίγες μέρες τον καλούν και πάλι για ανάκριση, ο Γιόζεφ Κ. βρίσκεται σε μια τεράστια μουντή αίθουσα δικαστηρίου, αντιμέτωπος με μία ομάδα από γέρους δικαστές που τον τυρρανούν με τις ερωτήσεις τους. Απόλυτα βέβαιος για την αθωότητά του, προσπαθεί με όσες δυνάμεις διαθέτει να υπερασπιστεί τον εαυτό του, και φεύγει από το δικαστήριο με την εντύπωση ότι τους έχει πείσει. 
Είναι αδύνατον πια να νιώσει ήσυχος και πιστεύει ότι ένας δικηγόρος θα μπορούσε να αποδείξει ότι είναι άσχετος με την κατηγορία την οποία ακόμη δεν γνωρίζει. Όμως ο δικηγόρος, όργανο της εξουσίας ο ίδιος, σπρώχνει τον Γιόζεφ Κ. βαθύτερα στο λαβύρινθο που έχει μπλεχτεί. Αναζητά τότε τη βοήθεια ενός φίλου του ζωγράφου, αλλά επικαλείται κι έναν ιερέα, μήπως θα μπορούσαν λόγω της ιδιότητάς τους να επηρεάσουν ευνοϊκά τους δικαστές. Μάταια όμως. 
Ούτε η επιστήμη, ούτε η τέχνη, ούτε η θρησκεία μπορούν να τον βοηθήσουν. Ολόκληρο το περιβάλλον του, ολόκληρος ο κόσμος γίνεται προέκταση του δικαστηρίου. Στον κάθε συμπολίτη του βλέπει κι έναν δικαστή, στο κάθε βλέμμα και μια κατηγορία. Αρχίζει να πιστεύει πως όλοι τον κατασκοπεύουν, ψάχνοντας να βρουν ακόμη και στις πιο απλές πράξεις του αποδείξεις ενοχής. Σιγά σιγά βεβαιώνεται πως η δίκη ήδη γίνεται, με κατηγορούμενο τον ίδιο, για ένα έγκλημα που δεν γνωρίζει. Βλέποντας πως καμία προσπάθειά του δεν καρποφορεί, περιμένει υπομονετικά τη μέρα που θα μάθει την ποινή που θα του επιβάλουν. 
Ένα βράδυ δύο μαυροντυμένοι άνδρες του ζητούν να τους ακολουθήσει ως την άκρη της πόλης. Ανίκανος πια να καταλάβει αλλά και να αντιδράσει, ο Γιόζεφ Κ. τους ακολουθεί σ' ένα έρημο λατομείο, για να εκτελεστεί σε λίγο ψυχρά και απάνθρωπα με μια μαχαιριά στο στήθος. 

Το μήνυμα 

Η δίκη και η καταδίκη του Γιόζεφ Κ. για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε ή τουλάχιστον που δεν γνώριζε ότι διέπραξε, είναι μια ανοιχτή κριτική του συγγραφέα στη δύναμη της εξουσίας, αυτής που δίνει την αίσθηση στον κάθε πολίτη ότι όλα είναι πιο δυνατά απ' αυτόν και ότι κάθε αντίσταση είναι περιττή. Όπως ο Γιόζεφ Κ. έτσι κι ο κάθε άνθρωπος αφήνεται να παρασυρθεί από την εξουσία που τον απογυμνώνει από τα δικαιώματά του, του στερεί τη διάθεση για αντίσταση, αχρηστεύει κάθε νόμο και στο τέλος τον συνθλίβει. 
Λογοτεχνικά, «Η Δίκη» είναι ένα αρκετά "δύσκολο" έργο, σε πολλά δε σημεία του δείχνει ακατανόητο. Νομίζω ότι όταν κανείς ολοκληρώσει την πρώτη ανάγνωση τού μένει ένα αίσθημα βασανισμού της ανθρώπινης ψυχής και υπόστασης μέσα σε ένα ολοκληρωτικό και απρόσωπο κρατικό σύστημα. 
Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο περνά τα μηνύματα που θέλει, ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει με τρόπο τραγικό: Ο άνθρωπος, μικρός κόκκος άμμου μπροστά στον γίγαντα που λέγεται Εξουσία, αλλά και σε μικρότερους «γίγαντες», όπως η Θρησκεία και η Τέχνη, μοιάζει ολίγιστος και ανίκανος για κάθε προσωπική κατάκτηση. Αν ιδωθεί με κυνική προσέγγιση, το βιβλίο είναι σαφώς μια καταγγελία της βίαιης και απρόσωπης κοινωνίας και μια απαισιόδοξη τοποθέτηση για τη μοίρα κάθε ανθρώπου που ζει σ’ αυτή. 
Το παράδειγμα του κεντρικού ήρωα όμως συνιστά υπόδειγμα δράσης: Ένας άνθρωπος υπεράνω πάσης υποψίας, φαινομενικά ανίκανος για κάθε κακό, που μάλλον έχει εβραϊκή καταγωγή αν κρίνουμε από το όνομά του (σε εποχή καλπάζοντος αντισημιτισμού τότε), τραπεζικός υπάλληλος, δηλαδή σίγουρα όχι «αντιδραστικό» στοιχείο, κατηγορείται για κάτι που ποτέ δεν διέπραξε. Δεν ακούει ποτέ μια ρητή κατηγορία. Δεν γνωρίζει ποτέ ποιοι ακριβώς δικαστές έχουν αναλάβει την υπόθεσή του. Δεν το βάζει κάτω, δεν παραιτείται και αγωνίζεται να βρει το δίκιο του. Στο βιβλίο δεν βρίσκονται άλλοι άνθρωποι σαν τον ίδιο για να καταλάβουν τον αγώνα του, κάτι που μάλλον ισχύει και στην πραγματική ζωή. Στο πρώτο μέρος όμως του βιβλίου απαντώνται σκηνές πηγαίας ανθρωπιάς, έρωτα και αγάπης για τη ζωή. 
Η τελική κατάληξη της ιστορίας για τους περισσότερους θα σημάνει ότι μάλλον όλα είναι μάταια. Στον κάθε άνθρωπο προσωπικά εναπόκειται να αποδείξει ότι δεν είναι. Κι αν οι πολλές «μοναχικότητες» γίνουν μια παρέα, ίσως όντως τίποτα να μην είναι μάταιο.