Tuesday, September 26, 2017

Τα κίτρινα ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ

Συντάκτης Θωμάς Χατζηθωμάς

Απ’ όλους τους καλλιτέχνες που έζησαν μέχρι σήμερα, ο Βαν Γκογκ νομίζω πως κατέχει την πρωτιά στη διεκδίκηση του τίτλου του πιο ‘καταραμένου’ καλλιτέχνη, έτσι όπως τον οριοθέτησαν οι Γάλλοι παρακμιακοί ποιητές του 19ου αιώνα, γι’ αυτό άλλωστε εξακολουθεί να μας γοητεύει μέχρι σήμερα με τη ζωή και το έργο του. Αυτοί που θα μπορούσαν να τον συναγωνιστούν σε αυτόν τον παράδοξο διαγωνισμό, όπως ο δικός μας Καρυωτάκης , ο Μπετόβεν, ο Μποντλέρ ή ίσως ο Κάφκα, καταφτάνουν ιδρωμένοι στην τελική ευθεία μετά από αυτόν. Η ζωή του ήταν ένας διαρκής πόνος, ένας μοναχικός αγώνας ενάντια στη διάψευση των καλλιτεχνικών του ιδανικών, στην ερωτική απογοήτευση, στο χλευασμό των συντρόφων του ή του καλλιτεχνικού κατεστημένου, στην ανέχεια, στην παράνοια. Όπως κάθε αληθινά αγωνιζόμενος καλλιτέχνης θυσίασε τη ζωή του για μια ζωή μετά θάνατο, όσο ζούσε ήταν άσημος και παραγνωρισμένος, όμως από την ημέρα της άδοξης αυτοκτονίας του έως σήμερα, η φήμη του γιγαντώνεται συνεχώς μαζί με τον θαυμασμό και την εκτίμηση μας.
Έχουν γραφτεί αρκετές μελέτες όλο τον 20ο αιώνα από ανθρώπους που προσπάθησαν να εξηγήσουν την παρουσία αυθεντικού ταλέντου σε έναν τέτοιο άνθρωπο, μέσα στις οποίες παρουσιάστηκαν αρκετά αναληθή ή τουλάχιστον λανθασμένα γεγονότα και καταστάσεις της ζωής του όπως π.χ. ότι ήταν παρανοϊκός ή ότι είχε κάποιο πρόβλημα με την όραση του. Οι έρευνες όμως των τελευταίων ετών έχουν καταρρίψει όλες αυτές τις αβάσιμες πεποιθήσεις, καταδεικνύοντας μάλιστα πως ο ζωγράφος ήταν αρκετά σχολαστικός και μεθοδικός στη δουλειά του, βαθυστόχαστος στα ιδανικά του και απόλυτα ειλικρινής στις καλλιτεχνικές και αισθητικές του προτιμήσεις, έτσι παρουσιάζεται στα μάτια μας και μέσα από τις επιστολές προς τον αγαπημένο του αδερφό Τέο. Θέλησε μάλιστα να δημιουργήσει και μια ομάδα καλλιτεχνών που μέσα από την κοινή συμβίωση και άμιλλα, υποτίθεται πως θα φιλοτεχνούσαν αριστουργήματα, προσπάθεια που φυσικά κατέληξε σε αποτυχία εξαιτίας του ευερέθιστου και απότομου χαρακτήρα του. Μ’ αρέσει να είμαι ειλικρινής, ξέρω πως δεν θα άντεχα δίπλα του ούτε μια μέρα, όπως πολλοί άλλοι άλλωστε λόγω της σκαιότητας της ιδιοσυγκρασίας του, αυτό όμως δεν με εμπόδισε πότε να εκτιμήσω σωστά το έργο του και να του προσδώσω την αξία που δικαιούται.
Ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ με έκανε να αγαπήσω το κίτρινο χρώμα το οποίο στη συνείδηση μου ήταν πάντα το χρώμα της φθοράς και της παρακμής. Αυτός μου έμαθε πως μπορεί επίσης να εκπέμψει λάμψη, ζωντάνια, άνθιση και αισιοδοξία, Το έντονο, μεσογειακό κίτρινο χρώμα στους πίνακες του αποπνέει το συναίσθημα της χαράς, της αναγέννησης, τη νιτσεϊκή κατάφαση στη ζωή, αλλάζοντας αμετάκλητα την κρίση μου σχετικά με αυτό το αδικημένο χρώμα, προσδίδοντας του μια ανεπανάληπτη μέχρι τότε πνευματικότητα. Βλέποντας έναν πίνακα του αισθάνθηκα αυτό που είπε ο Σοπενχάουερ, πως η ενατένιση ενός καλλιτεχνικού έργου μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από τη βούληση και να τον οδηγήσει σε μια εκστατική κατάσταση άμεσης ένωσης με το θείο ή το σύμπαν, απαλλάσσοντας τον από το μικρό, ασήμαντο, προσωπικό του πόνο. Αυτές οι στιγμές είναι όμως ακαριαίες, μια ελάχιστη μαρμαρυγή που σου ανοίγει τις πύλες της αιωνιότητας, το σύμπαν ξαναμπήκε στη θέση του κι εγώ απλά στεκόμουν ακίνητος μπροστά στον πίνακα. Όσο μεγαλόστομο και απλοϊκό κι αν ακούγεται αυτό το συμβάν, νομίζω πως δείχνει το βαθμό της λύτρωσης – απαλλαγής που μπορεί να προσφέρει ένα καλλιτέχνημα, διυλισμένο πάντα μέσα από την προσωπικότητα του καθενός, η θέληση δυστυχώς ή ευτυχώς δεν χάνεται ολοκληρωτικά ποτέ.
Η καλλιτεχνική πορεία του Βαν Γκογκ ήταν σύντομη, περίπου δέκα χρόνια και δεν του απέφερε κανένα όφελος, ηθικό ή υλικό, όσο ζούσε ήταν παραγνωρισμένος ενώ κατάφερε να πουλήσει μόνο έναν πίνακα. Αυτό αν και είχε βεβαίως αντίκτυπο πάνω στην εύθραυστη ψυχολογική αλλά και οικονομική του κατάσταση δεν τον αποθάρρυνε, απεναντίας τον πείσμωσε ώστε να συνεχίσει με μεγαλύτερο ζήλο, δημιουργώντας έναν αξιοζήλευτο αριθμό έργων και εξελίσσοντας διαρκώς την τεχνοτροπία του. Αυτό που σήμερα μας εντυπωσιάζει στα έργα του, εκτός από την τεχνική του που ήταν πρωτοποριακή, επηρεάζοντας αρκετούς κατοπινούς ζωγράφους και συνεχίζει παραδόξως να το κάνει και στη σύγχρονη εποχή, είναι η πνευματικότητα που προσέδωσε στους πίνακες του. Πίστευε ως το θάνατο του στον άνθρωπο και στη ξεχωριστή πορεία που του δόθηκε να διανύσει μέσα στον κόσμο με μια τελολογική προσήλωση, αν και οι άνθρωποι τον πλήγωσαν αρκετές φορές στη ζωή του. Πρωταρχική του επιθυμία ήταν να ζωγραφίσει τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους την ώρα της εργασίας τους, ίσως γιατί έβλεπε σε αυτούς ένα είδος αλήθειας και ευρωστίας, ίσως γιατί αυτή η συμβατική ζωή ήταν κάτι που πόθησε αρκετά χωρίς ποτέ να καταφέρει να το αποκτήσει. Επίσης πολλά από τα έργα του αντικατοπτρίζουν τη δική του ψυχολογική κατάσταση με αξιοθαύμαστη διαύγεια και ακρίβεια. Οπότε υπάρχουν πίνακες του ακόμα και με τοπία ή νεκρές φύσεις που αποπνέουν με καθαρότητα το δικό του αίσθημα μελαγχολίας, μοναξιάς, απόγνωσης ή ελπίδας. Πίστευε πως το κάθε τοπίο έχει το δικό του πνεύμα με το οποίο πρέπει να ταυτιστεί η ψυχή του καλλιτέχνη. Προς το τέλος της ζωής του, όταν η ψυχική του ασθένεια επιδεινώθηκε, οι πίνακες του έγιναν πιο σκοτεινοί και βίαιοι.
Για τον ίδιο τον Βαν Γκογκ το κίτρινο χρώμα συμβόλιζε την αισιοδοξία και την ελπίδα ενώ τα άνθη την ευγνωμοσύνη. Την χρονιά του 1888 ζωγράφισε αρκετούς πίνακες με θέμα τα ηλιοτρόπια, τον γοήτευαν νομίζω γιατί έβλεπε σε αυτά την κατάλυση των φυσικών νόμων εξαιτίας της ασύγκριτης ικανότητας τους, αν και φυτά, να κινούνται κοιτώντας πάντα κατά μέτωπο τον ήλιο. Είναι ενδεικτικό της αγάπης του γι’ αυτά τα φυτά το γεγονός πως ξυπνούσε κάθε μέρα την αυγή, με το πρώτο φως, γιατί όπως γράφει στον αδερφό του, τα λουλούδια μαραίνονται γρήγορα κι αυτός ήθελε να τα απαθανατίσει σε ακμαία κατάσταση. Ήταν τόσο πολύ δοσμένος στην τέχνη της ζωγραφικής και τόσο πεπεισμένος πως οι αισθητικές του πεποιθήσεις είναι σωστές που όταν δούλευε στον οίκο τέχνης goupil, μάλωνε κυριολεκτικά με τους πελάτες γιατί δεν ήταν ικανοί να εκτιμήσουν τους ποιοτικούς πίνακες. Η πίστη στον εαυτό του ως ανθρώπου και καλλιτέχνη και η πίστη στην ύπαρξη υψηλότερων ιδανικών και αξιών του ήταν αναγκαία γιατί μέσω αυτής ένιωθε ηρεμία και ασφάλεια. Η τάξη και η αρμονία του κόσμου, ζωντανή απόδειξη της ύπαρξης του Θεού γι’ αυτόν, ήταν το φωτεινό παράδειγμα που έπρεπε να μιμηθεί ο ζωγράφος, η δύσβατη κορυφή την οποία είχε χρέος να προσεγγίσει. Προσπάθησε σε όλη του τη ζωή να αφήσει αυτήν την αρμονία να τον πλημμυρίσει εσωτερικά για να καταφέρει να συνταιριάξει την καρδιά του με τον κόσμο γύρω του, κάτι που προφανώς ποτέ δεν κατάφερε, δυστυχώς γι’ αυτόν, ευτυχώς για εμάς τους υπόλοιπους γιατί αυτή ήταν ίσως η αιτία που εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο καταξιωμένους ζωγράφους της γενιάς του.
Όμως ο Βαν Γκογκ δεν άνηκε μόνο στη γενιά του, η ακράδαντη πίστη στο έργο του και η συνεπακόλουθη έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα τον κατέστησαν ως έναν από τους πατριάρχες του μοντερνισμού, έτσι όπως οριοθετήθηκε και αποκρυσταλλώθηκε αισθητικά στον 20ο αιώνα. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι πάντα μπροστά από την εποχή τους, όχι μόνο από αισθητικής άποψης αλλά κι από επιστημονικής, πολιτικής, κοινωνιολογικής κ.α. Πριν από τα μεγάλα φιλοσοφικά ρεύματα του 20ου αιώνα που αποδόμησαν τη συνείδηση κι ότι σχετίζεται ή δημιουργήθηκε από αυτήν, πριν από τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις του Αϊνστάιν ή του Πλανκ που άλλαξαν για πάντα τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, ο Βαν Γκογκ και η παρέα του αποδόμησαν τη φύση, αντιλαμβανόμενοι τον κατακερματισμό της μέσα στη φαινομενική ολότητα της και τη σημασία του φωτός στον τρόπο με τον οποίο εμείς την προσλαμβάνουμε, δείχνοντας ουσιαστικά το δρόμο στους μεταγενέστερους. Ο Βαν Γκογκ πίστευε σθεναρά στο ρόλο της τέχνης ως αποκαλυπτικής δύναμης, της μόνης ανθρώπινης πράξης που δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να κρυφοκοιτάξει έστω και φευγαλέα το απόλυτο, να απαθανατίσει έστω κι έμμεσα την θνητή του ύπαρξη. Ήταν γοητευμένος από τη ζωή και με εφαλτήριο τη φύση, που γι’ αυτόν ήταν ο άνθρωπος τοποθετημένος στο περιβάλλον του, προσπάθησε και κατάφερε να επιβληθεί στη χρωματική του παλέτα, απεικονίζοντας αυτό που ο ίδιος συχνά αποκαλούσε ‘πνεύμα του τόπου’ ή ‘ψυχή του κόσμου’, την εσωτερική, αιώνια, ακατάλυτη  πραγματικότητα κάθε υλικής διάστασης.