Saturday, August 19, 2017

Γιατί είναι μαύρα τα βουνά ή Giati einai mavra ta vouna;

Τα δημοτικά τραγούδια είναι η προφορική ποίηση του ελληνικού λαού της υπαίθρου, είναι η έκφραση των αγροτικών και ποιμενικών πληθυσμών που συνεχίζουν μία παράδοση χιλίων και πάνω χρόνων.
Η καλλιέργεια του δημοτικού τραγουδιού μέσα στο χρόνο, είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας συγκροτημένης λαϊκής ποίησης της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά είναι η εκφραστική αμεσότητα, η συγκρατημένη λυρικότητα και η οργανική της σύνδεση με τη φύση. Στη σύγκριση των δημοτικών τραγουδιών με τα αρχαία λαϊκά άσματα βρίσκουμε τα δείγματα μιας αδιάσπαστης πολιτισμικής συνέχειας. Κάτι τέτοιο είναι φυσικό, αφού η μεγάλη πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού της ελληνικής χερσονήσου ζούσε μέσα στους αιώνες αποκλεισμένη από κάθε οργανωμένη παιδεία, αποκομμένη από κάθε πολιτισμική εξέλιξη που συντελούνταν στα μεγάλα αστικά κέντρα.

Το γεγονός ότι οι συνθήκες διαβίωσης των αγροτικών πληθυσμών δεν άλλαξαν ουσιαστικά την περίοδο της τουρκοκρατίας (φεουδαρχική κοινωνική συγκρότηση, δεσποτική εξουσία, λίγα μεγάλα αστικά κέντρα) και το γεγονός ότι το δημοτικό τραγούδι παρουσιάζει τη μικρότερη ξενική επίδραση από κάθε άλλη πολιτισμική εκδήλωση του ελληνικού λαού, συνετέλεσαν στο ρίζωμα αυτής της προφορικής ποίησης και στη συγκρότηση μιας τέχνης που διαφύλαττε όλη τη σοφία και την ευαισθησία του απλού χωρικού και βοσκού της υπαίθρου. Το δημοτικό τραγούδι είναι πολύ σημαντικό γιατί μας δείχνει όχι μόνο την εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας αλλά και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων που μιλούσαν αυτήν τη γλώσσα. Εκεί όπου δεν υπάρχει κανένα ιστορικό μνημείο, καμία γραπτή πηγή, υπάρχει το δημοτικό τραγούδι, ο αυθεντικότερος φορέας της ελληνικής λαϊκής κουλτούρας.
Το λάτρεψε ο Σολωμός. Το προσκύνησε ο Βαλαωρίτης. Το αγάπησε ο Παλαμάς, κι ο Μαλακάσης βέβαια κι ο Κρυστάλλης. Το εκτίμησε ιδιαίτερα ο Καβάφης, Το εκθείασε ο Σεφέρης, που το μετρούσε σαν «ατόφια ελληνική φωνή». Το σεβάστηκε ο Ελύτης, που έγραψε για τον Γκάτσο: «Αλλ' εμείς τη δημοτική γλώσσα και την παράδοση τις εκμάθαμε. Σιγά-σιγά και με πολύν κόπο. Εκείνος τις βρήκε μέσα του, έτοιμες, μαζί με τα τραγούδια των προγόνων του, τις αφομοίωσε μαζί με «το γάλα της μητρός του», που θα έλεγε ο Σολωμός». Ο Γκάτσος, λοιπόν, μαθήτευσε σε αυτό, όπως κι ο Ρίτσος. Κι άλλοι, πολλοί, το υπηρέτησαν και το τίμησαν, με τον τρόπο του ο καθένας. Πλούσιο μέσα στην ποικιλία του το δημοτικό τραγούδι, ευαίσθητο, ελευθερωμένο από προκαταλήψεις και συμπλέγματα, άρα και συναρπαστικά ελευθερωτικό, απέσπασε κάτι βαθύτερο από τον θαυμασμό και πνευματικά γονιμότερο: το σέβας.
Γράφοντας για το κλέφτικο, ο Claude Charles Fauriel, που πρώτος δημοσίευσε συλλογή ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, το 1824, στο Παρίσι, σχολιάζει: «Ο, τι περισσότερο ξεχωρίζει αυτά τα βουνίσια τραγούδια από τα υπόλοιπα είναι ένα μοναδικά ρωμαλέο ύφος· είναι μια, πώς να το πω, άγρια τόλμη στη σύλληψη, στη σύνθεση και στις σκέψεις, που η απλότητα και το καθημερινό ύφος της έκφρασης τις κάνει να ξεπετάγονται πιο ζωντανές απ' ό, τι θα πετύχαινε μια γλώσσα εμφατική και πιο στολισμένη. Υπάρχει κάποια αναλογία, κάποια αρμονία ανάμεσα στην ιδιοφυΐα των κλεφτών και σ' εκείνη των ποιητών, που θα μας έκανε να νομίζουμε πως οι τελευταίοι θα μπορούσαν να μάχονται σαν τους πρώτους, κι αυτοί πάλι να τραγουδούν σαν τους άλλους· και δύσκολα θ' αποφάσιζε κανείς αν βρίσκεται περισσότερος ενθουσιασμός, περισσότερο μίσος για τους Τούρκους, περισσότερη αγάπη για την ελευθερία στους στίχους των ραψωδών ή στη ζωή των ηρώων τους. Αισθάνεται κανείς σ' όλες αυτές τις συνθέσεις την επίδραση των τόπων που τις ενέπνευσαν· αισθάνεται πως πρωτοβγήκαν στα βουνά. Αλλά αυτά τα βουνά είναι ελληνικά, και δεν έχουν καθόλου αιώνιους πάγους, και οι κορυφές τους δεν ξεπερνούν το ύψος όπου η γη παύει να νιώθει τη γλυκιά ζέστη του ήλιου, παύει να έχει πρασινάδες και λουλούδια».
Ο μεγάλος Φιλανδός συνθέτης Jean Sibelius είπε: «Ω Ελλάς! Εάν θέλεις κάτι να θαυμάσεις, θαύμασε τα δημοτικά σου τραγούδια.»
Και ο Johann Wolfgang Goethe είπε: «Εάν μπορούσα να γράψω έστω και ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι, θα απέρριπτα ό,τι έχω γράψει μέχρι σήμερα.»
Τέλος, ο Christopher King αναφέρει: «Οι Έλληνες πρέπει να εμπιστευθούν τον εαυτό τους και να νιώσουν σίγουροι με αυτό που είναι»

Παρακάτω παρατίθεται συνέντευξη του Christopher King στον Δημοσθένη Γκαβέα Δημοσιογράφος, HuffPost Greece:
- Ο Christopher King, Αμερικανός μουσικός της folk και σύγχρονος διασώστης της ελληνικής δημοτικής μουσικής, ηχογράφησε μια συλλογή 28 ακυκλοφόρητων παραδοσιακών ηπειρωτικών και μιλάει για την αγάπη του για την Ελλάδα αλλά και το σταυροδρόμι που βρίσκεται η χώρα στο δίλημμα: περισσότερη παγκοσμιοποίηση ή δημιουργική ενδοσκόπηση;
- Christopher King: To «Why The Mountains Are Black» (Γιατί είναι Μαύρα τα Βουνά) – Primeval Greek Village Music: 1907 – 1960» είναι μια συλλογή 28 ακυκλοφόρητων παραδοσιακών ηπειρωτικών και όχι μόνο, που έχουν ηχογραφηθεί σε Ελλάδα, Νέα Υόρκη και Σικάγο. Πρόκειται για μια συλλογή από σπάνιους δίσκους 78 στροφών του παραγωγού και βραβευμένου με Grammy. Η δισκογραφική που ανέλαβε την κυκλοφορία, είναι η Third Man Records του Jack White.
Ο Christopher King παρουσιάζει, όπως γράφει η εταιρεία παραγωγής, το «άλφα και το ωμέγα της ελληνικής δημοτικής μουσικής». Πρόκειται, όπως τονίζει, για μουσική που διευρύνει το μυαλό. Ορισμένες φορές ακούγεται αρχέγονη ή σαν free jazz, doom folk, αιθέρια και υπερβατική.

Είναι εντυπωσιακό ότι ο Christopher King επέλεξε για τίτλο της συλλογής του το τραγούδι «Γιατί είναι Μαύρα τα Βουνά» καθώς το ίδιο κομμάτι είχε επιλέξει το 1915 ο μεγάλος Γερμανός ποιητής και φιλόσοφος Γκαίτε για να εξηγήσει στους διανοούμενους της εποχής το μεγαλείο της ποίησης του ελληνικού δημοτικού τραγουδιού.
- Πώς αντιλαμβάνονται αυτή τη μουσική οι συμπατριώτες σου;
- Θα σας πω. Έγινε μια εκδήλωση πριν από δύο χρόνια στη Νέα Υόρκη με αφορμή την έκδοση της μουσικής συλλογής. Την εκδήλωση οργάνωσε το περιοδικό Paris Review και κάποια στιγμή τους έπαιξα το φημισμένο Ηπειρώτικο μοιρολόι του Αλέξη Ζουμπά. Ο χώρος ήταν κατάμεστος, περίπου 150 άτομα μιλούσαν μεταξύ τους, επικρατούσε οχλοβοή και εγώ τους παίζω το μοιρολόγι και επικρατεί νεκρική σιωπή. Όταν τελείωσε το κομμάτι όλοι τους ήταν εκστασιασμένοι, είχαν μείνει κυριολεκτικά με το στόμα ανοιχτό. Αυτή είναι η συνήθης αντίδραση των ανθρώπων που ακούνε το συγκεκριμένο κομμάτι. Τους τραβά ακαριαία την προσοχή, τους μαγνητίζει, τους υπνωτίζει.
- Διακρίνω ότι προσεγγίζεις αυτή τη μουσική με φιλοσοφική διάθεση.
- Μα είναι φιλοσοφικό το ενδιαφέρον μου! Θα σας το εξηγήσω. Είναι γνωστό και ξεκάθαρο σε όλους πως η φιλοσοφία γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα. Εκεί μελέτησαν αυτά που δεν είναι εκ πρώτης όψεως ορατά, είναι αδιαμφισβήτητο αυτό. Δεύτερον, όταν σκέφτομαι για την ελληνική μουσική, τόσο γενικά, όσο και ειδικά, όταν δηλαδή επικεντρώνομαι σε μια περιοχή όπως την Ήπειρο, ή σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες όπως ο Χαρισιάδης ή ο Ζουμπάς, τους προσεγγίζω όχι με ένα στεγνό κλινικό, βαρετό, ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά αντίθετα τους προσεγγίζω προσπαθώντας να κατανοήσω υπαρξιακά ζητήματα και προβλήματα που τελικά αφορούν τόσο τη δική τους ύπαρξη, όσο και τη δική μου.
- Έχουμε υψηλή ποίηση και μουσική, αριστουργήματα που δημιουργήθηκαν από πάμφτωχους και αγράμματους, και σήμερα που έχουμε τα πάντα αδυνατούμε να δημιουργήσουμε λαϊκό πολιτισμό τέτοιου επιπέδου. Πού το αποδίδεις;
- Ενδιαφέρουσα ερώτηση... Πώς να απαντήσω;... Πιστεύω ότι για να ανακτήσει το στάτους που είχε η Ελλάδα, ακόμη και αυτό πριν από 100 χρόνια, θα πρέπει να απορρίψει αυτό που έρχεται από το εξωτερικό, την εμπορευματοποίηση, την εμποροκρατία και να επικεντρωθεί στις αξίες που ήδη έχει . Συμφωνώ μαζί σου ότι αν κοιτάξουμε στο παρελθόν, θα δούμε ανθρώπους που δεν είχαν επίσημη παιδεία και δημιουργούσαν αριστουργήματα και το κατάφερναν αυτό γιατί εμπιστεύονταν τον εαυτό τους, εμπιστεύονταν την κουλτούρα τους και τις αξίες τους. Δυστυχώς, σήμερα τον 21ο αιώνα, και όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παντού στο κόσμο, όλοι θέλουν να είναι μοντέρνοι, να είναι κατά κάποιο τρόπο Ευρωπαίοι ή Αμερικάνοι και αντιγράφουν συμπεριφορές και κουλτούρες. Πρόκειται για τραγικό λάθος
- Ξέρω ότι γράφεις ένα βιβλίο για την ηπειρώτικη μουσική, όσο ψάχνεις και μελετάς δεν αλλάζεις, δεν διαμορφώνεται η ψυχολογία σου; Να τολμήσω να ρωτήσω; Μήπως γίνεσαι λίγο Έλληνας;
- (Γέλια) Όσο γράφω και ερευνώ και ακούω τη μουσική, γίνομαι όλο και πιο εμμονικός και εύχομαι για τη στιγμή που θα επιστρέψω στην Ήπειρο. Σκέφτομαι πως θα βελτιώσω τα ελληνικά μου έτσι ώστε να νιώθω πιο άνετα όταν βρίσκομαι εκεί. Σου μιλάω ειλικρινά και δεν υπερβάλλω, όταν είμαι στην Ήπειρο, όταν φτάνω στο χωριό κάθε χρόνο νιώθω πως κουβαλάω τα μισά μου χρόνια, νιώθω απόλυτα υγιής, είμαι απαλλαγμένος από κάθε άγχος και στεναχώρια, τα πάντα είναι τέλεια. Και όταν δουλεύω για τη συγγραφή του βιβλίου, κυριολεκτικά αισθάνομαι την ανάγκη να επιστρέψω στα πάτρια εδάφη (home soil), θέλω να επιστρέψω εκεί από όπου ήρθα. Όταν δε ακούω ελληνική δημοτική μουσική, ιδίως τα ακούσματα της Ηπείρου, με διαμορφώνει κάθε φορά. Όπως προείπες πρόκειται για κάθαρση. Είναι όμως και θεραπευτική αυτή η μουσική, επιδιορθώνει την τραυματισμένη ψυχή, την ψυχή που υποφέρει. Εκτιμώ πως αυτός ο τόπος στην Ήπειρο και αλλού στην Ελλάδα έχει υποφέρει πολύ και με κάποιον τρόπο αυτός ο πόνος πέρασε στη μουσική. Όταν αυτή η μουσική παίζεται και ακούγεται, δρα σαν τέλεια πανάκεια, γίνεται η γιατρειά μας. Όλη μου τη ζωή την έχω αφιερώσει στη μουσική, μου δίνει νόημα, είναι η πνευματική τροφή που με συντηρεί. Ωστόσο η δημοτική μουσική της Ελλάδας και ειδικότερα αυτή της Ηπείρου, μου προσφέρει το βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα. Από αυτά που έχουμε πει μέχρι τώρα και από άλλες συζητήσεις που έχω κάνει, αλλά και από παρατηρήσεις, διαπιστώνω ότι η ταυτότητα προσφέρει αυτοπεποίθηση, μπορεί να σε κάνει δημιουργικό, δεν σε απομονώνει και σου δίνει τη δυνατότητα να συμμετέχεις σε διάλογους.


-  Όπως ξέρεις, η Ελλάδα διέρχεται εδώ και χρόνια μια σοβαρή κρίση, υποστηρίζω πάντα ότι πρόκειται πρωτίστως για πνευματική κρίση και δευτερεύοντος οικονομικής. Κατά τη γνώμη σου, τι μπορεί να μας διδάξει η παράδοση μας την οποία με τόση θέρμη μελετάς.
- Ότι και να πω κινδυνεύει να ακουστεί απλοποιημένο. Αλλά αυτό που θα υποστηρίξω είναι το έξης. Η Ελλάδα, ως έθνος δεν πρέπει να θαυμάζει αυτά που είναι έξω από τα όρια της, τα σύνορά της. Οι Έλληνες πρέπει να εμπιστευθούν τον εαυτό τους και να νιώσουν σίγουροι με αυτό που είναι και να αρχίσουν να εκτιμούν αξίες που έχαιραν εκτίμησης εδώ και χιλιάδες χρόνια. Να αρχίσουν να εκτιμούν ξανά εκείνες τις πνευματικές αξίες που συγκροτούσαν τη βασική δομή του είναι τους.
Θα προσπαθήσω να σου περιγράψω πως αντιλαμβάνομαι το τωρινό πρόβλημα της Ελλάδας όπως το έγραψα πρόσφατα σ’ ένα βιβλίο. Σκέφτηκα λοιπόν και περιέγραψα μια ομάδα που απαρτίζεται από πέντε άνδρες οι οποίοι διαπληκτίζονται για ένα πιστόλι. Διαπληκτίζονται λοιπόν για το ποιος θα το πρωτοκρατήσει και το πιστόλι αλλάζει χέρια με αυτούς να λένε: «όχι, εγώ θα το κρατήσω!» «όχι, εγώ θα το κρατήσω!» «πόσες σφαίρες έχει μέσα;» κτλ και στο τέλος καταλήγουν να πυροβολούν επανειλημμένα το πόδι τους. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω. Πιστεύω ότι εάν οι Έλληνες ενωθούν και συνεργαστούν, αντί να ζουν μέσα σε μια διαρκή αντιπαλότητα και να προωθεί ο καθένας το δικό του συμφέρον έναντι του άλλου, και αρχίσουν να εκτιμούν τις αξίες τους όπως είπαμε, αλλά και την άυλη πνευματική όσο και υλική κληρονομιά τους, τότε η Ελλάδα ξαφνικά θα γίνει ασύγκριτα πιο δυνατή από οποιαδήποτε άλλη χώρα στην Ευρώπη. Έχετε απίστευτο υλικό πλούτο τόσο στον αγροτικό τομέα, να πω μόνο λίγα από αυτά όπως για παράδειγμα το κρασί σας, το λάδι και φυσικά έχετε και το αγαπημένο μου τσίπουρο, έχετε τον ήλιο για ηλιακή ενέργεια. Εάν μπορούσατε να διαχειριστείτε μόνοι σας τις πλουτοπαραγωγικές σας πηγές, δεν θα μπορούσε κανείς να σας φτάσει στην Ευρώπη. Το ίδιο ισχύει και με τις πολιτισμικές σας αξίες. Θα μπορούσα να πάω σε ένα οποιοδήποτε μέρος στη Γερμανία, στην κεντρική Ευρώπη, στην ανατολική, στη βόρεια Ευρώπη, σας διαβεβαιώνω ότι δεν μπορώ να βρω καμία μουσική παράδοση που να έχει τη ζωντάνια που έχει η δική σας και αυτό από μόνο του λέει πολλά.
- Τι σε γοητεύει σε εμάς. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του λαού που ακουμπούν τη καρδιά σου;
Είναι αυτή η συγκλονιστική, θεσπέσια ομορφιά των Ελλήνων, η γενναιοδωρία τους, η ευφυΐα τους και ακόμη περισσότερο η φιλοξενία τους. Δεν υπάρχει πιο φιλόξενο μέρος για εμένα από το Ζαγόρι. Με το που φτάνω εκεί, αυτομάτως βρίσκομαι στο σπίτι μου. Και όταν αναφέρομαι στη φιλοξενία αναφέρομαι για αυτή την ασυνείδητη γενναιοδωρία που δεν στοχεύει σε κάποιου είδους αντάλλαγμα. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τον υπόλοιπο δυτικό κόσμο, όπου κανείς δεν κάνει τίποτα χωρίς αντάλλαγμα.
- Πες μου και κάτι αρνητικό
- Το μόνο αρνητικό που εντοπίζω είναι το γεγονός ότι πολλοί Έλληνες έχουν πρόβλημα, όπως είπατε και εσείς, να αποδεχθούν το παρελθόν τους. Έχουν σταματήσει να ασχολούνται με την παράδοσή τους και αντίθετα θέλουν να εκσυγχρονιστούν με τον λάθος τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από την παράδοση. Να μπορείς όμως να την παντρέψεις με το νέο...
- Ναι, φυσικά! Τι νομίζεις ότι πιστεύει για τον εαυτό της η πλειονότητα των Ελλήνων, πιστεύεις ότι διακρίνεται από κάποια τάση χαμηλής αυτοεκτίμησης;
- Ανάλογα με την περιοχή και την ηλικία. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε γενικά. Όταν είμαι στην Αθήνα οι άνθρωποι εκεί τείνουν να έχουν μια τάση χαμηλής αυτοεκτίμησης. Δε νιώθουν καλά με τον εαυτό τους και είναι κατανοητό αφού είναι ένα αστικό κέντρο και ο κόσμος εκεί έχει αποκοπεί από το ουσιώδες, το αναγκαίο μητρικό γάλα (γάλα της μάνας) που μπορεί να υπάρχει στην επαρχία, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις. Ιδίως οι νέοι δεν μπορούν να αντισταθούν στην αφομοίωση και πραγματικά επιθυμούν να αστικοποιηθούν, δυτικοποιηθούν και εναγκαλιστούν με την παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα και τον τρόπο ζωής. Όμως, πρόκειται για μια τάση που επικρατεί σε όλες τις πόλεις του κόσμου. Αντίθετα γνωρίζω πολλούς Έλληνες από τα χωριά της Ηπείρου, που είναι ιδιαίτερα περήφανοι για τη μουσική τους, την ιστορία τους και την κουλτούρα τους. Γι’ αυτό αγαπάω τόσο πολύ τη Βίτσα, το Ζαγόρι, την Ήπειρο. Αντιστέκονται στην αφομοίωση και νιώθουν τόσο περήφανοι για τον τρόπο ζωής τους και γυρνάνε την πλάτη στην παγκοσμιοποίηση.
- Ναι, όμως αυτή την ομορφιά πουλάνε με τον τουρισμό και μετατρέπουν τον τόπο σε εμπόρευμα με όλες τις γνωστές συνέπειες: αλλοίωση του περιβάλλοντος, αλλαγή των νοοτροπιών για να πω μόνο μερικά.
- Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις και συμφωνώ απόλυτα μαζί σου. Αυτό θα μπορούσε να γίνει και πρέπει να γίνει είναι μια προσέγγιση στον πολιτισμικό τουρισμό. Αντί να προσφέρεις ένα υποπροϊόν, όπου οι τουρίστες θα πάνε σε ένα επίγειο παράδεισο για να χαρούν τις ομορφιές του τόπου και φεύγοντας θα αφήσουν τα σκουπίδια τους, και θα έχει αλλοιωθεί το περιβάλλον για τη δημιουργία ξενοδοχειακών μονάδων και ότι συνεπάγεται με την τουριστική ανάπτυξη, αντί λοιπόν να γίνει αυτό θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική προσέγγιση. Να μην αντιμετωπίζεις τους τουρίστες ως ηλίθιους, αλλά ως ευφυείς ανθρώπους, μορφωμένους και καλλιεργημένους που μπορεί να τους προσφέρεις κάτι διαφορετικό.


Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρη τη συνέντευξη εδώ.