Monday, July 10, 2017

Ας δώσουμε χρώμα στην Αθήνα!

Ήδη από τις 3 Ιουλίου τρέχει ο διεθνής διαγωνισμός «Color in Architecture» για αρχιτέκτονες έως 40 ετών, που προκήρυξε η ελληνική θυγατρική της Akzo Nobel και το Archisearch, σε συνεργασία με τη μητρική πολυεθνική εταιρεία. Με δεδομένη την αρνητική εικόνα της ελληνικής πόλης, που χαρακτηρίζεται, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, από την απουσία του χρώματος και αρχιτεκτονικών οροσήμων, ο διαγωνισμός αποσκοπεί σε «πρωτοποριακές προτάσεις που θα διαπραγματεύονται την περιβαλλοντικά άρτια αισθητική ανάπλαση της όψης της ελληνικής πόλης με τη χρήση χρώματος».
Ο διαγωνισμός έχει ένα επεξεργασμένο σκεπτικό με θέσεις εκπεφρασμένες έτσι ώστε να δίνεται συνοπτικά το πρόβλημα: «Η ελληνική πόλη ως συλλογικό αρχιτεκτόνημα έχει ανάγκη από την ιεράρχηση όσο και τη συνάρθρωση των στοιχείων της, ώστε να καταστεί οπτικά πιο αναγνώσιμη». Ταυτόχρονα, είναι περιορισμένη έως ανύπαρκτη η ενεργειακή και λειτουργική απόδοση. Ενα από τα ερωτήματα που θέτει ο διαγωνισμός είναι αν και κατά πόσον υπάρχει τρόπος να εφευρεθεί μια συνδυασμένη επίθεση σε αυτό το διπλό μέτωπο. Μπορούμε να επιτύχουμε ενεργειακή αναβάθμιση μέσω της αναβάθμισης της εικόνας της πόλης;
Ενας διαγωνισμός αυτής της φιλοδοξίας αναμένεται να εμπλουτίσει τον δημόσιο διάλογο με παραγωγική σκέψη που θα αφορά και την αλλαγή της εικόνας της Αθήνας. «Υπάρχει μια διάχυτη δυσαρέσκεια για την εικόνα της Αθήνας», λέει ο αρχιτέκτων Κώστας Πουλόπουλος. «Είναι ένα ερώτημα αν η δυσαρέσκεια πηγάζει από τον ίδιο το χώρο και τα χαρακτηριστικά του ή από τη διαχείριση του χώρου. Οσον αφορά τον ίδιο τον χώρο, η Αθήνα είναι, θα λέγαμε, μια τυπική μητρόπολη της Ανατολικής Μεσογείου με μεγάλη ιστορία, άλλα και προκλήσεις όσον αφορά τον τρόπο που η ιστορία επιβιώνει και συμμετέχει στο αστικό τοπίο, με προβλήματα υποδομών και με συγκλονιστική έλλειψη δημοσίων κτηρίων, λες και η πολυκατοικία είναι ικανή να τα λύσει όλα».
Ο Σταύρος Μαρτίνος, επιμελητής επίσης του διαγωνισμού, επισημαίνει πως «οι περισσότερες μεγάλες πόλεις του κόσμου είναι αναγνωρίσιμες μέσα από την κορυφογραμμή τους, δηλαδή μέσα από τις εξάρσεις και την ποικιλία στα σχήματα των ψηλών κτηρίων τους, όταν αυτά “διαβάζονται” ως σύνολο. Για να αλλάξει η κορυφογραμμή της Αθήνας, επομένως, θα ήταν αρκετό να χτιστούν κάποια ψηλά κτήρια για να λειτουργούν ως τοπόσημα – εάν δεν μας φτάνουν τα βουνά και οι λόφοι του λεκανοπεδίου. Δεν θεωρώ όμως ότι το στοίχημα παίζεται κατά κύριο λόγο εκεί, τουλάχιστον όχι όταν κάποιος έχει βιωματική σχέση με την πόλη. Απεναντίας, η πιο έντονη αίσθηση της πόλης βρίσκεται κατά τη γνώμη μου στη μικροκλίμακα – στα υλικά των κτηρίων που μπορεί κανείς ακόμα και να πιάσει, στα πόμολα, στις υδρορροές, στις φροντισμένες λεπτομέρειες των πεζοδρομίων και του δημόσιου εξοπλισμού, στα προστατευτικά περιβλήματα γύρω από τις ρίζες των δέντρων, στην ποιότητα του δημόσιου φωτισμού, στο χρώμα, στον περιορισμό της οπτικής ρύπανσης μέσα από επιγραφές, κεραίες, καλώδια».
Το πρόβλημα στην Αθήνα είναι τόσο οξύ, που ξεπερνάει ακόμη και το θέμα της πολιτικής βούλησης και αγγίζει την κοινωνία σε βάθος. Οπως λέει ο Κώστας Πουλόπουλος, «όλα αυτά είναι σοβαρά δομικά προβλήματα που χρειάζονται γενναίες αποφάσεις σε επίπεδο κοινωνίας, όχι απλώς πολιτικής. Όμως ξέρουμε, δυστυχώς, πόσο δύσκολες είναι η συναίνεση και η συστράτευση στην Ελλάδα, ακόμα κι αν πρόκειται εξώφθαλμα για το κοινό καλό. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη βελτίωση της εικόνας της πόλης, σε τεράστιο βαθμό, μέσα από τη διαχείριση του χώρου, το καθάρισμα, την αντικατάσταση φθορών, το βάψιμο, με λίγα λόγια τη νοικοκυροσύνη που χαρακτηρίζει τον καθένα όσον αφορά το ίδιο του το σπίτι».