Monday, July 3, 2017

«Οστάνδη 1936» του Volker Weidermann

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Ολοκλήρωσα πρόσφατα την ανάγνωση του βιβλίου «Οστάνδη 1936» του Volker ένα Weidermann (εκδόσεις Άγρα, 2017). Πρόκειται για ένα μυθιστορηματικής αφήγησης non fiction novel. Βασισμένο στην πραγματική ιστορία των παραμονών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το βιβλίο περιγράφει τη ζωή των αυτοεξόριστων ή ανεπίσημα εξορισμένων ταγών της γερμανόφωνης λογοτεχνίας της εποχής. 


Ως γνωστόν, το 1933 ο Αδόλφος Χίτλερ ανήλθε στην εξουσία μετερχόμενος νόμιμες διαδικασίες. Μέχρι το 1936, οπότε και τοποθετείται χρονικά το βιβλίο, ο Χίτλερ είχε εγκαθιδρύσει τη ναζιστική αυτοκρατορία του σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου στη Γερμανία. Απότοκο αυτής της κατάστασης ήταν οι διώξεις αντιφρονούντων, οι φυλακίσεις, οι βασανισμοί και οι εξορίες ιδίως διανοούμενων που δεν ήταν αρεστοί στο καθεστώς. Πρώτοι στη λίστα ήταν οι Εβραίοι διανοούμενοι. Ο Στέφαν Τσβάιχ και ο Γιόζεφ Ροτ είναι οι δύο φίλοι που πρωταγωνιστούν στο βιβλίο. Αμφότεροι εβραϊκής καταγωγής, γερμανόφωνοι λογοτέχνες, κατέφυγαν στην Οστάνδη λίγο πριν μπει το καλοκαίρι του 1936, για να γλιτώσουν προσωρινά από τη ναζιστική λαίλαπα και τις συνέπειές της. Ο Τσβάιχ, Αυστριακός στην καταγωγή, βλέπει τη χώρα του να παγιδεύεται στις συμπληγάδες του ναζισμού και του αντισημιτισμού, ενώ σε λιγότερο από δύο χρόνια θα τη δει να προσαρτάται «μετά βαϊων και κλάδων» στο γερμανικό Ράιχ. Ο ίδιος ο Τσβάιχ είναι ήδη ένας φτασμένος συγγραφέας, με παγκόσμια ακτινοβολία, που όμως σταδιακά αρχίζει να δυσκολεύεται να εκδώσει τα βιβλία του στον γερμανόφωνο κόσμο καθώς το χιτλερικό καθεστώς απαγορεύει την έκδοσή τους, ενώ διώκει και τους εκδότες που συνεργάζονται με Εβραίους συγγραφείς. Επίσης, ο Τσβάιχ έχει μόλις χωρίσει από τη σύζυγό του και συζεί στην Οστάνδη με τη γραμματέα του, τη Λόττε. 
Ίδια και χειρότερα είναι τα πράγματα για τον Γιόζεφ Ροτ, τον επιστήθιο φίλο του Τσβάιχ και επίσης διαπρεπή λογοτέχνη. Ο Ροτ, βλέποντας πλήθος ομοτέχνων του να έχουν καταφύγει στην παραθαλάσσια βελγική πόλη της Οστάνδης, αποφάσισε να πράξει το ίδιο. Εκεί ζει κατά κύριο λόγο στηριζόμενος στην οικονομική βοήθεια του ευκατάστατου Τσβάιχ, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να γράψει και να εκδώσει νέα έργα, κάτι που καθίσταται όλο και πιο δύσκολο λόγω των πολιτικών συγκυριών. Ο Ροτ είναι, συν τοις άλλοις, μανιώδης πότης και οξύθυμος χαρακτήρας που ζηλεύει μανιωδώς τη λογοτέχνιδα Ίρμγκαρντ Κόυν, με την οποία συνήψε σχέση στην Οστάνδη και η οποία έφτασε εκεί ουσιαστικά διωγμένη από τους Ναζί για τους πολιτικούς αγώνες της εναντίον του καθεστώτος. Ο Ροτ είναι στην πραγματικότητα ένας ευαίσθητος και πληγωμένος οπαδός της παλαιάς πολυεθνικής πρωσικής αυτοκρατορίας. Βλέπει τώρα τους φίλους του που δεν είχαν την τύχη να προλάβουν να μεταναστεύσουν, να υφίστανται την ωμή βία των Ναζί πίσω στη Γερμανία και αυτό σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα τον οδηγεί σταδιακά στην κατάθλιψη. 
Στην Οστάνδη το ίδιο καλοκαίρι βρίσκονται και άλλοι που δεν έχουν πλέον σπίτι και θέση στη ναζιστική Γερμανία. Ο Έγκον Κις, ο Ερνστ Τόλλερ, ο Άρθουρ Καίστλερ και ο Χέρμαν Κέστεν είναι οι «απαγορευμένοι» ποιητές και συγγραφείς. Στο βελγικό παραθαλάσσιο θέρετρο προσπαθούν να ζήσουν σαν κανονικοί άνθρωποι με πάθη, έρωτες και διασκέδαση. Η πρόσκαιρη όμορφη ατμόσφαιρα του καλοκαιριού – του τελευταίου καλοκαιριού πριν από το σκότος, όπως υποτιτλίζεται το βιβλίο – σύντομα αναμένεται να εκλείψει. 
Ο Βόλκερ Βάιντερμαν κατόρθωσε να παρουσιάσει με τρόπο λεπτό και μυθιστορηματικό ένα δύσκολο ζήτημα από πολλές απόψεις. Δεν πρόκειται απλώς για την κάλυψη των ζωών ορισμένων επιφανών Εβραίων διανοούμενων του μεσοπολέμου. Πρόκειται για την παρουσίαση με εύσχημο τρόπο της υποκρισίας του ναζιστικού καθεστώτος λίγο πριν αποκαλύψει το πραγματικό του πρόσωπο. Το καλοκαίρι του 1936 δεν είναι τυχαία επιλεγμένο από τον συγγραφέα, καθώς ήταν το καλοκαίρι που έλαβαν χώρα οι Ολυμπιακοί Αγώνες του Βερολίνου, οι τελευταίοι Ολυμπιακοί Αγώνες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος. Στο βιβλίο περιγράφονται οι προσπάθειες «πολιτιστικού καλλωπισμού» του καθεστώτος, με εξαφάνιση των αντιεβραϊκών πινακίδων από όλα τα δημόσια σημεία, τη στιγμή που είχε ήδη διώξει από τη χώρα το απάνθισμα της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. 
Το βιβλίο - παρά το ζοφερό του όλου θέματος, καθώς πρόκειται επί της ουσίας για μελλοθάνατους συγγραφείς – πετυχαίνει να παρουσιάσει τη συμβίωση της ετερόκλητης συντροφιάς μέσα από τις καθημερινές συζητήσεις των αταίριαστων μελών της για την πολιτική, τον έρωτα, τη συγγραφή και τις τέχνες. Ταυτόχρονα, η γραφή του Βάιντερμαν μάς προσφέρει την ευκαιρία να δούμε όλες τις πτυχές μιας αληθινής φιλίας: τη ζήλεια, τη στήριξη και τα κωμικά στοιχεία της ταξικής ετερογένειας. Ο Τσβάιχ αστός ευκατάστατος, αλλά φιλελεύθερος με αριστερούς φίλους, ενώ ο Ροτ περιδεής και εν τέλει πάμπτωχος, αλλά πάντα πιστός μοναρχικός που αρέσκεται να υποστηρίζει ότι ανήκει στους «Εβραίους της Ανατολής», που είναι οι λιγότερο προνομιούχοι σε σχέση με τους «Εβραίους της Δύσης», όπως είναι ο καλός του φίλος, και δεν διστάζει να συγκρουστεί για τις ιδέες του με άλλους συνδαιτυμόνες – μέλη της παρέας των «απαγορευμένων» ποιητών. 
Ένα βιβλίο για ένα δύσκολο καλοκαίρι, πριν από τη θύελλα που έμελλε να ισοπεδώσει την Ευρώπη της μπελ επόκ, του μεσοπολεμικού πνεύματος και των ουμανιστικών ιδεών. Αλλά και ένα βιβλίο για «τη σπουδαία και βασανισμένη φιλία δύο σπουδαίων και βασανισμένων συγγραφέων. Λογοτεχνική βιογραφία στις καλύτερες στιγμές της» (Rebecca Abrams, Financial Times). 

Αξίζει να διαβαστεί.