Thursday, June 22, 2017

Αντισεισμικά μέτρα χιλιάδων ετών

Βασικό θέμα συζήτησης τις τελευταίες μέρες δεν είναι άλλο από τον καταστροφικό σεισμό στη Λέσβο. Οι ζημιές που προξένησε υπήρξαν φοβερές και θα πάρει πολύ χρόνο, ώστε να αποκατασταθούν.
Πόσο, όμως, θα επωφελούμασταν άραγε αν χρησιμοποιούσαμε την αρχιτεκτονική που χρησιμοποίησαν οι πρόγονοί μας για να χτίσουν τον Παρθενώνα; Ας δούμε παρακάτω πώς οι αρχαίοι Έλληνες κατάφεραν με την εφευρετικότητά τους να κατασκευάσουν… αντισεισμικούς κίονες!
Ο Παρθενώνας στέκεται αγέρωχος εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια παρά την έντονη σεισμική δραστηριότητα της περιοχής, ενώ άλλες σύγχρονες κατασκευές έχουν καταρρεύσει. Πού οφείλεται άραγε αυτή η εκπληκτική αντοχή του μνημείου στις φυσικές καταστροφές;
Ειδικοί που μελετούν την στατικότητα του μνημείου, συμπεραίνουν ότι οφείλεται στους μηχανικούς που ολοκλήρωσαν την εκπληκτική αυτή κατασκευή.
Στο «εργοτάξιο» της Ακρόπολης εργάστηκαν ελεύθεροι πολίτες, μέτοικοι, δούλοι, αλλά και οι καλύτεροι μαρμαροτεχνίτες της εποχής από τα νησιά των Κυκλάδων.
Ο αριθμός των μηχανικών και εργατών ξεπερνούσε τους 200, ενώ για την κατασκευή των ναών και των μνημείων είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη γραμμή παραγωγής, που ξεκινούσε από τα λατομεία της Πεντέλης, διέσχιζε τη μισή Αττική και κατέληγε στην Ακρόπολη.
Ο καθηγητής Κυριαζής Πιτιλάκης που διδάσκει Τεχνική Σεισμολογία και Σεισμική Μηχανική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, αναφέρει ότι: «Η Ακρόπολη είναι ένα εκπληκτικό μνημείο για την κατασκευή του οποίου εφαρμόστηκαν ιδέες εφάμιλλες των σύγχρονων ώστε να ξεπεραστούν κατασκευαστικά και μηχανολογικά προβλήματα».

Επιστήμονες και μηχανικοί έχουν ασχοληθεί επισταμένως με αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο της στατικότητας του μνημείου. Αναζητούν μία απάντηση στο πώς η Ακρόπολη κατάφερε να παραμείνει αλώβητη στο πέρασμα των αιώνων δεδομένης της σεισμικότητας της περιοχής. Μετά από πολλές έρευνες, συμπέραναν ότι τα κτήρια στον βράχο της Ακρόπολης κατασκευάστηκαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αντέχουν στους σεισμούς.
Σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα που ασχολείται με τα μνημεία της Ακρόπολης και που διεξάγεται από το Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών, ο καθηγητής Πιτιλάκης είπε ότι οι κίονες εκτός του γεγονότος ότι κατασκευάστηκαν ώστε να είναι εύκολη η μεταφορά τους, σχεδιάστηκαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχουν εξαιρετική αντίδραση στην σεισμική δραστηριότητα. Με λίγα λόγια πρόκειται για αντισεισμικές κολώνες.
Φαίνεται δηλαδή ότι οι αρχαίοι μηχανικοί γνώριζαν ακριβώς τι έκαναν και γι’ αυτό το λόγο φρόντισαν να εξασφαλίσουν την αντοχή του κτηρίου. Αυτό εξηγεί γιατί εξακολουθούμε ακόμη και σήμερα, 2.500 χιλιάδες χρόνια μετά, να θαυμάζουμε τα μνημεία της Ακρόπολης.
Οι γιοι ή έστω τα εγγόνια των αρχιτεκτόνων και των τεχνιτών που δημιούργησαν το Ερεχθείο ήταν αυτοί, που κατασκεύασαν και τους δύο χορηγικούς κίονες, που σώζονται στο δυσπρόσιτο τμήμα της νότιας κλιτύος της Ακρόπολης, ακριβώς κάτω από το τείχος της και ακριβώς, επίσης, πάνω από το μνημείο του Θρασύλλου. Γιατί μόνον αυτοί μπορούσε να κατέχουν τις γνώσεις, την τεχνική ικανότητα και τα εργαλεία των παλαιοτέρων για τέτοια έργα.
Πρόκειται για το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε η επιστημονική μελέτη, που με επικεφαλής τον πολιτικό μηχανικό Κώστα Ζάμπα είχε ως αντικείμενο την διερεύνηση της ιστορίας των δύο κιόνων, την ανάλυση της σεισμικής συμπεριφοράς τους και τη συσχέτισή της με σεισμούς του παρελθόντος.
Άνισοι σε ύψος αλλά όμοιοι μεταξύ τους, καθώς είναι φανερό ότι ανήκαν στο ίδιο οικοδομικό πρόγραμμα, οι δύο κίονες του βράχου της Ακρόπολης σώζονται σε εξαιρετική κατάσταση παρά τις φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές που έχουν υποστεί μέσα στους αιώνες. Σε όλες τις εποχές άλλωστε, όπως λένε οι μελετητές τους λειτούργησαν ως τοπόσημο της νότιας κλιτύος, λόγω της θέσης και του μεγάλου μεγέθους τους με αποτέλεσμα να έχουν απεικονισθεί ή περιγραφεί από όλους σχεδόν τους πολιορκητές, περιηγητές ή μελετητές της Ακρόπολης. Το γεγονός μάλιστα ότι στέκονται ως σήμερα στη θέση τους «αποτελεί μια μαρτυρία περί της χαμηλής σεισμικότητας της Ακρόπολης», αναφέρεται στη μελέτη.
«Οι δύο κίονες κατασκευάστηκαν στα τέλη της κλασικής – αρχές της ελληνιστικής εποχής και αποτελούν εξαίρετα έργα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, τόσο όσον αφορά στον εξαιρετικά πρωτότυπο και ανεπανάληπτο σχεδιασμό τους, όσο και στην υψηλή κατασκευαστική τους ποιότητα» αναφέρεται εξάλλου στο πόρισμα, κάτι σημαντικό αφού ως σήμερα θεωρείτο ότι ανήκαν στη Ρωμαϊκή εποχή.
Από τους δύο, ο ανατολικός κίονας είναι ψηλότερος, στηρίζεται σε κρηπίδα και διαθέτει κυματιοφόρο βάση με δυο σπείρες, έξι σπονδύλους και τριγωνικό κιονόκρανο κορινθιακού ρυθμού, το οποίο παρ' ότι έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα από οβίδες διατηρεί την εξαιρετική ομορφιά του και σε κάποια σημεία το αρχικό του χρώμα: γαλάζιο και κόκκινο.
Ο δυτικός κίονας αποτελείται από πέντε αρράβδωτους σπονδύλους με κιονόκρανο όμοιο με αυτό του ανατολικού κίονα, αλλά μικρότερο.
«Το εύρημα είναι πολύ σημαντικό, γιατί τα ίχνη της αρχαίας πολυχρωμίας είναι σπανιότατα στα μνημεία της Ακρόπολης, αφού περιορίζονται σε απειροελάχιστα ίχνη, τα περισσότερα από τα οποία σήμερα εντοπίζονται μόνον με ειδικές ακτινογραφικές μεθόδους», λένε οι μελετητές προσθέτοντας πως: «Η μορφή του κιονόκρανου δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, αλλά και δεν κατασκευάστηκε στην αρχαιότητα άλλο κιονόκρανο που να το μιμείται.
Μολονότι η κατεργασία του μαρμάρου δεν έχει την ακρίβεια των δωρικών και ιωνικών κιονόκρανων των μνημείων της Ακρόπολης, ούτε την ακρίβεια που ήδη επισημάναμε στη βάση και τους σπονδύλους του κίονα, στο κιονόκρανο αυτό και το όμοιο του γειτονικού κίονα, έχουμε μια ευφυή, πρωτότυπη και ανεπανάληπτη αρχιτεκτονική σύλληψη, που προκαλεί το θαυμασμό». Ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια εδώ ότι οι μορφές των φυτών που αποδίδονται στο κιονόκρανο θυμίζουν το λυχναράκι ή λουμίνια που φύεται αυτοφυώς στο βράχο της Ακρόπολης ακόμα και σήμερα.
Αποκαλυπτική ήταν η μελέτη τέλος, όσον αφορά τη σεισμική τους καταπόνηση καθώς διαπιστώθηκε ότι οι κίονες είχαν δεχθεί στο απώτερο παρελθόν μία τουλάχιστον ισχυρή σεισμική καταπόνηση, η οποία προκάλεσε σημαντική διαταραχή τους, παρ’ όλα αυτά όμως αυτός ο σεισμός δεν έχει καταγραφεί από άλλες πηγές, άρα έχουμε ένα νέο δεδομένο για τη σεισμική ιστορία της Αθήνας.
Η Ακρόπολη, που παραμένει στην κορυφή της λίστας των μνημείων της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, φαίνεται πως κατοικούνταν έως και τον 4ο αιώνα π.Χ και ότι έχει υποστεί ζημιά από σεισμούς και πυρκαγιές καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας της. Παραδόξως, ο Παρθενώνας χρησιμοποιήθηκε και ως αποθήκη πυρίτιδας και είχε δεχθεί κανονιοβολισμό που προκάλεσε εκτεταμένη ζημιά στον ναό το 1687.
Ο Πιτιλάκης εξηγεί τη σπουδαιότητα αυτού του ιστορικού μνημείου στην Αθήνα λέγοντας ότι ο Παρθενώνας συμβολίζει με τον πιο ιδανικό τρόπο όλα όσα η Ελλάδα προσέφερε στον δυτικό κόσμο. Στέκεται ως σύμβολο της ευρωπαϊκής κουλτούρας, ως ένα σύμβολο αρχών και αξιών, τέχνης, τεχνολογίας και ανθρώπινης ικανότητας. Εκτός όμως από την ιστορική του αξία, πρόκειται και για ένα θαύμα σύγχρονης μηχανικής.

Οι προσπάθειες αναστήλωσης ξεκίνησαν το 1964 από ομάδες αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων, πολιτικών μηχανικών, αλλά και χημικών σε μία προσπάθεια να διατηρήσουν αυτό το παγκόσμιο σύμβολο πολιτιστικής κληρονομιάς. 

Το Συμβούλιο Παγκόσμιας Κληρονομιάς γράφει για την ομάδα που βραβεύτηκε για τη συντήρηση της Ακρόπολης: «Το περισσότερο μάρμαρο προέρχεται από τα ελληνικά νησιά όπου υπάρχει μία μεγάλη παράδοση στην τέχνη του μαρμάρου. Σήμερα, η ομάδα συντήρησης του μνημείου συνεχίζει τη δουλειά των αρχαίων προγόνων τους χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους και τα ίδια εργαλεία, όχι για να κατασκευάσουν ένα καινούργιο μνημείο, αλλά για να διατηρήσουν το μεγαλοπρεπές μνημείο της Ακρόπολης που δεν ανήκει μόνο στους Έλληνες, αλλά σε ολόκληρη την ανθρωπότητα.»