Monday, May 1, 2017

Καβάφης: Ο μοναχικός αναζητητής της Ιθάκης

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης είναι, χωρίς αμφιβολία, ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές όλων των εποχών. Για τον γράφοντα, ο σπουδαιότερος σύγχρονος Έλληνας ποιητής.


Γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, όπου οι γονείς του είχαν εγκατασταθεί, εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη, το 1850. Ήταν το ένατο παιδί του Πέτρου - Ιωάννη Καβάφη (1814-1870), μεγαλεμπόρου βαμβακιού, και της Xαρίκλειας Φωτιάδη, που ανήκε σε παλιά φαναριώτικη οικογένεια μεγαλεμπόρων και κοινοτικών επιτρόπων της Κωνσταντινούπολης. Η εμπορική ιδιότητα του πατέρα και η αρχοντιά της μητέρας συντέλεσαν σημαντικά στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του ποιητή.
Η οικογένεια Καβάφη νοικιάζει μεγάλη οικία που ανήκει στον Στέφανο Ζηζίνια, κοντά στον Ανατολικό Λιμένα και πάνω στην Πλατεία των Προξένων (κατοπινή Μωχάμετ Άλυ). Ο Πέτρος Καβάφης εισάγει υφάσματα από το Μάντσεστερ, ενώ ίσως έκανε εξαγωγή σιτηρών, βαμβακιού και ακατέργαστων βουβαλοδερμάτων. Στα Μίνια της Άνω Αιγύπτου ιδρύει κλάδο της επιχείρησής του όπου αξιοποιεί τα σιτηρά της περιοχής. Κατά την παραμονή στην Αίγυπτο η οικογένεια αποκτά και άλλα παιδιά. Το 1851 γεννιέται ο δεύτερος γιος, ο Πέτρος-Ιωάννης, το 1853 ο Αριστείδης, το 1855 η Ελένη, η μόνη κόρη της οικογένειας, η οποία πεθαίνει όντας οκτώ μηνών. Ακολουθούν ο Αλέξανδρος, ο Παύλος, που πεθαίνει έντεκα μηνών, στα 1860 άλλο αγόρι το οποίο επίσης θα ονομάσουν Παύλο, στα 1861 ο Τζων, και στα 1863 ο Κωνσταντίνος. Στα 1860 μετακομίζουν στην οδό Σερίφ στον αριστοκρατικό δρόμο των βαμβακάδων. Το βιωτικό επίπεδο της οικογένειας είναι υψηλό:
«Εζούσεν ο Πέτρος Ιωάννου Καβάφης μεγάλα [...] Τα έπιπλά του, τ' αμάξια,
τ'ασημικά, τα υαλικά ήσαν με λούσο σπάνιο τότε μεταξύ των Γραικών»
(Στρατής Τσίρκας, Ο Καβάφης και η εποχή του, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1983, σελ. 63).
Για τον Τσίρκα ο εμπορικός οίκος Καβάφη μεταξύ 1864 και 1870 ήταν μέσα στους τέσσερις-πέντε πρώτους σε κύκλο εργασιών. Το 1869 ο Πέτρος Ι. Καβάφης παρασημοφορείται με το Μετζιδιέ Τρίτης Τάξεως για τη συμβολή του στην ανάπτυξη του εμπορίου και της βιομηχανίας. Στις 10 Αυγούστου 1870 ο πατέρας του ποιητή πεθαίνει σε ηλικία 56 ετών. Στην Αλεξάνδρεια ο Kαβάφης διδάχθηκε αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά με οικοδιδάσκαλο και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του για ένα-δύο χρόνια στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο της Αλεξάνδρειας. 
Μετά το θάνατο του πατέρα του και τη σταδιακή διάλυση της οικογενειακής επιχείρησης, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αγγλία (Λίβερπουλ και Λονδίνο), όπου έμεινε μέχρι το 1876. Πριν εγκαταλείψουν την Αίγυπτο μετέφεραν την κινητή περιουσία τους σε ένα διαμέρισμα της οδού Ραμλίου, με προσιτότερο ενοίκιο. Το 1877 γίνεται η οριστική εκκαθάριση της εταιρείας. Κατά την εκεί διαμονή του δεν γνωρίζουμε αν ο Καβάφης φοίτησε σε κάποιο σχολείο ή αν έλαβε τη μόρφωσή του με ιδιαίτερα μαθήματα.
Το 1879 γυρίζει από την Αγγλία στην Αλεξάνδρεια και εγκαθίσταται στο διαμέρισμα της οδού Ραμλίου. Φοιτά στην Εμπορική-Πρακτική Σχολή «Ο Ερμής» του Κωνσταντίνου Πανταζή. Το 1897 ταξίδεψε στο Παρίσι και το 1903 στην Αθήνα, χωρίς από τότε να μετακινηθεί από την Αλεξάνδρεια για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Ο Καβάφης αρχίζει να εργάζεται, όχι ακόμη συστηματικά, αλλάζοντας διάφορα επαγγέλματα, όπως του δημοσιογράφου στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» (1886), του μεσίτη στο Χρηματιστήριο Βάμβακος (1888) και του άμισθου γραμματέα στο Γραφείο Αρδεύσεων (1889-1892), όπου και θα προσληφθεί ως έκτακτος έμμισθος υπάλληλος το 1892 και θα εργαστεί μόνιμα εκεί επί τριάντα χρόνια, μέχρι το 1922, φτάνοντας στο βαθμό του υποτμηματάρχη. 

Ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα του ποιητή:

«Εἶμαι Κωνσταντινουπολίτης τὴν καταγωγήν, ἀλλὰ ἐγεννήθηκα στὴν Ἀλεξάνδρεια — σ' ἕνα σπίτι τῆς ὁδοῦ Σερίφ· μικρὸς πολὺ ἔφυγα, καὶ ἀρκετὸ μέρος τῆς παιδικῆς μου ἡλικίας τὸ πέρασα στὴν Ἀγγλία. Κατόπιν ἐπισκέφθην τὴν χώραν αὐτὴν μεγάλος, ἀλλὰ γιὰ μικρὸν χρονικὸν διάστημα. Διέμεινα καὶ στὴ Γαλλία. Στὴν ἐφηβικήν μου ἡλικίαν κατοίκησα ὑπὲρ τὰ δύο ἔτη στὴν Κωνσταντινούπολη. Στὴν Ἑλλάδα εἶναι πολλὰ χρόνια ποὺ δὲν ἐπῆγα. Ἡ τελευταία μου ἐργασία ἦταν ὑπαλλήλου εἰς ἕνα κυβερνητικὸν γραφεῖον ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Δημοσίων Ἔργων τῆς Αἰγύπτου. Ξέρω Ἀγγλικά, Γαλλικὰ καὶ ὁλίγα Ἰταλικά.»

Σήμερα η ποίησή του όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά και κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην όλη ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.
Το σώμα των Καβαφικών ποιημάτων περιλαμβάνει: Τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος (τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα), τα 37 Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε ρομαντική καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Κρυμμένα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν τελειωμένα στα χαρτιά του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν στα χαρτιά του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή. Τύπωσε ο ίδιος το 1904 μια μικρή συλλογή με τον τίτλο Ποιήματα, στην οποία περιέλαβε τα ποιήματα: Φωνές, Επιθυμίες, Κεριά, Ένας γέρος, Δέησις, Οι ψυχές των γερόντων, Το πρώτο σκαλί, Διακοπή, Θερμοπύλες, Τα παράθυρα, Περιμένοντας τους βαρβάρους, Απιστία και Τα άλογα του Αχιλλέως. Η συλλογή, σε 100-200 αντίτυπα, κυκλοφόρησε ιδιωτικά.
Ο Καβάφης λειτουργεί κυρίως μέσω των συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του 20ού αιώνα με τη συλλογική συνείδηση (Ιλίνσκαγια, Σ., 1983, Κ. Π. Καβάφης: Οι δρόμοι προς το ρεαλισμό στην ποίηση του 20ού αιώνα, Κέδρος 3η εκδ. 14).
Ο Καβάφης δεν έκανε «καριέρα» στην Ελλάδα. Είναι από τους λίγους πνευματικούς Έλληνες, ιδίως εκείνης της εποχής, που έγινε γνωστός προερχόμενος από τον λεγόμενο σήμερα «ελληνισμό της διασποράς», αλλά και περνόντας το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του εκτός Ελλάδας (Αλεξάνδρεια, Λίβερπουλ, Λονδίνο, Παρίσι, Κωνσταντινούπολη). Για τον λόγο αυτό ουσιαστικά δεν εντάχθηκε ποτέ και σε κάποια σχολή ή, άλλως, ποιητικό/λογοτεχνικό ρεύμα. Οι «πολιτικά ορθοί» θεωρητικοί της λογοτεχνίας θα υποστηρίξουν ότι τα χαρακτηριστικά της ποίησής του ήταν τέτοια που εκ των πραγμάτων εμπόδιζαν την κατάταξή του αποκλειστικά σε μια κατηγορία, όπως π.χ. οι ρομαντικοί, οι νεορομαντικοί, οι σουρεαλιστές, οι εξπρεσιονιστές, οι ρεαλιστές. Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Πράγματι, ο «Αλεξανδρινός» συγκεντρώνει στην ποίησή του ποικίλα στοιχεία: Ιστορικότητα, λυρικότητα, αισθησιασμός, έντονοι συμβολισμοί, διφορούμενα νοήματα, πεζολογικό ύφος κ.ά.. Όμως δεν είναι αυτός ο μοναδικός λόγος για τον οποίο δεν εντάχθηκε σε κάποια «σχολή». Ο λόγος είναι ότι δεν ήταν εξαρχής αποδεκτός από την ελλαδίτικη πνευματική αφρόκρεμα. Οι κριτικές των ποιημάτων του από τους εδώ συναδέλφους του ήταν αρχικά από χλιαρές έως αρνητικές (ακόμα και από τον «πολύ» Κωστή Παλαμά). Η προσωπική του έλλειψη επιθυμίας να ενταχθεί σε έναν συγκεκριμένο κύκλο σε συνδυασμό με άλλες προσωπικές του προτιμήσεις, που ήταν οπωσδήποτε ταμπού για την εποχή (ομοφυλοφιλία), συνετέλεσαν στη χάραξη του μοναχικού καβαφικού δρόμου και στην καταξίωση μόλις στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Το 1932, ο Καβάφης, άρρωστος από καρκίνο του λάρυγγα, πήγε για θεραπεία στην Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό διάστημα, εισπράττοντας μια θερμότατη συμπάθεια από το πλήθος των θαυμαστών του. Επιστρέφοντας όμως στην Αλεξάνδρεια, η κατάστασή του χειροτέρεψε και γι’ αυτό εισήχθη στο Νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας.
Ο ποιητής της «Ιθάκης» και των «Θερμοπυλών» έφυγε από τη ζωή, στην αγαπημένη του Αλεξάνδρεια, στις 29 Απριλίου του 1933, την ημέρα που συμπλήρωνε 70 χρόνια ζωής.