Sunday, May 28, 2017

Στρατής Μυριβήλης: Ο μεγάλος διφορούμενος της Γενιάς του ‘30

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης


  Ο Στρατής Μυριβήλης υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους πιο σημαντικούς πεζογράφους της νεότερης Ελλάδας και φυσικά ένας από τους πλέον επιφανείς εκπροσώπους της περιώνυμης «Γενιάς του ‘30» (Σεφέρης, Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Ρίτσος, Βρεττάκος, Γκάτσος, Θεοτοκάς, Βενέζης κ.ά.) 


  Τα έργα του κερδίζουν ξανά αναγνώστες καθώς αποτελούν μαρτυρίες μιας εποχής δύσκολης, που χαρακτηρίστηκε από πολέμους, εθνικό διχασμό και προσφυγιά. Ταυτόχρονα, ο αντιπολεμικός χαρακτήρας της γραφής του έχει χαρίσει στον Μυριβήλη μια διαχρονικότητα και μια άξια θέση στην ιστορία των ελληνικών γραμμάτων. 
  Μολαταύτα, ο ίδιος ο Στρατής Μυριβήλης υπήρξε μια αρκετά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Η ζωή του θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο περιόδους, πριν και μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, καθώς από ένα χρονικό σημείο και έπειτα μετέβαλε συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις τις οποίες υποστήριζε με πάθος, μετακινούμενος από το κέντρο προς τα δεξιά και φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίξει ανοικτά το καθεστώς του Ιωάννη Μεταξά. 

Λίγα λόγια για τη ζωή του... 

 Ο Στρατής Μυριβήλης γεννήθηκε στις 30 Ιουνίου του 1892 στη Συκαμιά της Λέσβου. Το πραγματικό του όνομα ήταν Ευστράτιος Σταματόπουλος, ενώ το «Μυριβήλης» ήταν λογοτεχνικό ψευδώνυμο. Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Λέσβο, όπου το 1910 εργάστηκε ως δάσκαλος στο αλληλοδιδακτικό σχολείο του Μανταμάδου. Την ίδια εποχή θα κάνει και την πρώτη του εμφάνιση στα Γράμματα δημοσιεύοντας συχνά στο περιοδικό «Νεότης» της Σμύρνης, κείμενά του, κυρίως μικρά λυρικά πεζά και ποιήματα. 
  Το 1911 βραβεύεται σε έναν διαγωνισμό διηγήματος που διοργάνωσε το περιοδικό για το διήγημά του «Άσπρο στεφάνι». Σε αυτόν τον διαγωνισμό πρωτοϋπογράφει με το επίθετο Μυριβήλης, ψευδώνυμο το οποίο εμπνεύστηκε από την ονομασία της πλαγιάς του βουνού πάνω από το πατρικό του σπίτι και το οποίο έμελλε να διατηρήσει για την υπόλοιπη ζωή του. 
  Το 1912 μετέβη στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Φιλοσοφική και στη Νομική Σχολή. Παράλληλα εργάζεται ως συντάκτης στην εφημερίδα «Πατρίς». Με το ξέσπασμα των Βαλκανικών Πολέμων, τον Σεπτέμβριο του 1912, θα καταταγεί εθελοντής στον ελληνικό στρατό και στη μάχη του Κιλκίς-Λαχανά θα τραυματιστεί στο πόδι.  
  Με την επιστροφή του από τον πόλεμο, και αφού τιμήθηκε με το Μετάλλιο των Βαλκανικών πολέμων επιστρέφει για μόνιμη εγκατάσταση στη Μυτιλήνη. Συνεργάζεται με την τοπική εφημερίδα «Σάλπιγγα», κρατώντας την καθημερινή στήλη του χρονογραφήματος. Το 1915 εκδίδεται το πρώτο βιβλίο του, η συλλογή διηγημάτων «Κόκκινες ιστορίες». 
  Το 1916 συνεκδίδει την εφημερίδα - όργανο του κόμματος των Φιλελευθέρων «Ελεύθερος Λόγος», όντας ένθερμος οπαδός του Ελευθερίου Βενιζέλου. 
  Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου κατατάσσεται στο 4ο Σύνταγμα Αρχιπελάγους με το βαθμό του δεκανέα και πολεμάει στο μακεδονικό μέτωπο, συμμετέχοντας στην πολεμική επιχείρηση της προκάλυψης του Μοναστηρίου. Από αυτή την εμπειρία του θα προκύψει το πασίγνωστο βιβλίο του «Η ζωή εν τάφω». 
  Κατά τη μετέπειτα Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922) θα υπηρετήσει ως λοχίας στο Β΄ Νοσοκομείο Διακομιδής, στο Εσκί Σεχήρ. Εκείνη την περίοδο, το καλοκαίρι του 1920, παντρεύεται στο Εσκί Σεχήρ την Ελένη Δημητρίου, από το Δεκελί της Μικράς Ασίας, ενώ την ίδια περίοδο γεννιέται και η πρώτη τους κόρη, η Χάρις. Αργότερα θα αποκτήσουν άλλα δύο παιδιά, τον Λάμπη και τη Δροσούλα. 
  Με την εκκένωση της Μικράς Ασίας από τα ελληνικά στρατεύματα, τον Αύγουστο- Σεπτέμβριο 1922, θα βρεθεί για λίγους μήνες πρόσφυγας στη Θράκη και απο εκεί θα επιστρέψει για να εγκατασταθεί μόνιμα στη Λέσβο μέχρι και το 1932. 
 Αποστρατεύεται στις 10 Οκτωβρίου του 1922 με το βαθμό του ανθυπολοχαγού, παρασημοφορημένος με το Ελληνοτουρκικό και Ελληνοβουλγαρικό Μετάλλιο της Νίκης. 
  Το 1923 εκδίδει την πρώτη δική του εφημερίδα, την «Καμπάνα», στην οποία, εκτός των άλλων, πρωτοδημοσιεύεται σε συνέχειες «Η Ζωή εν τάφω», η οποία εκδίδεται σε βιβλίο σχεδόν αμέσως. Το 1925 σταματά την έκδοση της «Καμπάνας» για να συνεκδώσει μαζί με τον Μυτιληνιό λόγιο Θειέλπι Λευκία τη δεύτερη εφημερίδα του, τον «Ταχυδρόμο», εφημερίδα που υποστήριζε τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου και το Εργατικό Κόμμα του, όπως εξάλλου και ο Μυριβήλης εκείνη την περίοδο. Στα τέλη του 1931 δημοσιεύεται σε συνέχειες στην εφημερίδα «Καθημερινή», το δεύτερο πασίγνωστο μυθιστόρημά του, «Η δασκάλα με τα χρυσά μάτια», η οποία θα εκδοθει σε βιβλίο το 1934. 
  Το 1932 φεύγει από τη Μυτιλήνη μαζί με την οικογένειά του για μόνιμη εγκατάσταση στην Αθήνα και αφού είχε πάρει την θέση του διευθυντή και αρχισυντάκτη στην εφημερίδα που απόφασισε να εκδώσει το κόμμα του Παπαναστασίου, «Δημοκρατία». 
  Από το καλοκαίρι του 1933 και αφού έφυγε από τη «Δημοκρατία» θα αρχίσει τη συνεργασία του με την εφημερίδα «Πρωία», η οποία θα διαρκέσει ως το 1936. Στην εφημερίδα θα κρατά τη στήλη του καθημερινού χρονογραφήματος, καθώς και τη στήλη «Διηγήματα της Κυριακής», στην οποία δημοσίευσε πάνω απο 40 διηγήματα, τα περισσότερα εκ των οποίων θα σχηματίσουν τα περιεχόμενα του «Πράσινου» και του «Γαλάζιου» βιβλίου. 
  Από το 1936 και για τα επόμενα 3 χρόνια θα συνεργαστεί με την σαφέστατα δεξιά εφημερίδα «Η Εθνική». Την ίδια χρονιά, το 1936, θα ενστερνιστεί τις απόψεις και την πολιτική του Ιωάννη Μεταξά και θα γίνει φανατικός υπέρμαχος του καθεστώτος. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο θα κηρυχτεί λάβρος αντικομμουνιστής. 
  Το 1936 είχε γίνει τακτικό μέλος της Ένωσης Συντακτών Τύπου, ενώ το 1938 και για καθαρά βιοποριστικούς λόγους διορίστηκε βιβλιοφύλακας στη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, με το μισθό και το βαθμό τμηματάρχη β΄ τάξεως, θέση από την οποία απολύθηκε το 1955, σε ηλικία 65 χρονών, με το βαθμό του Διευθυντή Α΄ τάξεως, έχοντας συμπληρώσει το όριο ηλικίας. 
  Το 1940 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο για τη συλλογή διηγημάτων του «Το γαλάζιο βιβλίο», ενώ κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 προσυπέγραψε μαζί με άλλους Έλληνες λογίους την «Έκκληση των Ελλήνων Διανοουμένων προς τους Διανοούμενους ολόκληρου του Κόσμου», με την οποία αφενός μεν καυτηριαζόταν η κακόβουλη ιταλική επίθεση, αφετέρου δε, προκαλείτο η παγκόσμια κοινή γνώμη σε επανάσταση συνειδήσεων για έναν κοινό νέο πνευματικό Μαραθώνα. 
 Συνεργάστηκε με πάρα πολλές εφημερίδες, όπως η «Καθημερινή», η «Ακρόπολις», η «Απογευματινή», το «Ελεύθερο Βήμα», η «Ελευθερία» και περιοδικά όπως ο «Θεατής», η «Νέα Εστία», η «Ελληνική Δημιουργία», ο «Ακρίτας», τα «Στρατιωτικά Νέα», ενώ εξέδωσε και το βραχύβιο περιοδικό «Καλλιτεχνική Ελλάδα». Επίσης, έγραψε και εκφώνησε κείμενα για τις ραδιοφωνικές του εκπομπές «Το χρονικόν της εβδομάδος», «Μιλάμε για την Τέχνη» και «Το Λογοτεχνικό Τέταρτο». 
 Εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών το 1958 (μετά από 6 υποψηφιότητες που απορρίφθηκαν), υπήρξε ιδρυτικό μέλος, πρόεδρος και αντιπρόεδρος της «Εθνικής Εταιρείας των Λογοτεχνών της Ελλάδος», ιδρυτικό μέλος, αντιπρόεδρος και πρόεδρος της «Ελληνικής Εταιρείας Λογοτεχνών» και τιμητικό μέλος του «Διεθνούς Ινστιτούτου Γραμμάτων και Τεχνών». Είχε ακόμα προταθεί από την «Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών» ως υποψήφιος για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1963. 
   Το 1959 του απονεμήθηκε ο Σταυρός του Ταξιάρχη του Βασιλικού Τάγματος του Γεωργίου Α΄. 
  Πέθανε από βρογχοπνευμονία στο νοσοκομείο του «Ευαγγελισμού», στις 19 Ιουλίου του 1969, όντας από το 1962 καθηλωμένος στο κρεβάτι με καρκίνο που τον οδήγησε σε φυσικό και πνευματικό μαρασμό. «Ο θεός δεν τον λυπήθηκε», έγραψε χαρακτηριστικά ο Ηλίας Βενέζης, στο περιοδικό «Νέα Εστία». 
  Ο Στρατής Μυριβήλης ήταν πράγματι ένας άνθρωπος που άφησε το δικό του χνάρι στα λογοτεχνικά, δημοσιογραφικά και πολιτικά πράγματα της νεότερης Ελλάδας. Υπήρξε ταυτόχρονα και ένας άνθρωπος κοινωνικά ευαίσθητος και πολιτικά αμφίσημος. Οπωσδήποτε η λογοτεχνική του προσφορά δεν αποτελεί αντικείμενο αμφισβήτησης και ιδίως από την παρούσα ηλεκτρονική «πένα». 
   Το προσωπικό μου κριτικό σχόλιο στον λογοτέχνη ακουμπά στις πολιτικές του παλινδρομήσεις και συνοψίζεται στην καλύτερη περίπτωση σε μια πρόταση: Ο Μυριβήλης αδίκησε τον εαυτό του με τις πολιτικές επιλογές που έκανε ύστερα από ένα χρονικό σημείο. Εκκινώντας ως ένας φιλελεύθερος που με σημερινούς όρους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ακόμη και κεντροαριστερός, ειρηνιστής, κήρυκας του αντιπολεμικού ρεύματος της λογοτεχνίας, κατέληξε φανατικός υποστηρικτής του Ιωάννη Μεταξά και ακόμη φανατικότερος αντικομμουνστής αργότερα. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδωσε στον εαυτό του τη χαριστική βολή, τροποποιώντας το δικό του μεγάλο πνευματικό παιδί, τη «Ζωή εν τάφω» προκειμένου να γίνει μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, το 1958, ύστερα από έξι απορρίψεις που είχε δεχθεί σε προηγούμενες φορές που είχε θέσει υποψηφιότητα. 
  Βεβαίως η εκ του μακρόθεν και με την ασφάλεια του χρόνου κριτική είναι πάντα εύκολη. Ο Μυριβήλης, όπως και πολλοί σύγχρονοί του, έζησε σε δύο από τις πιο πολυτάραχη εποχές του νέου ελληνικού κράτος, στην εποχή του Μεσοπολέμου και του Εθνικού Διχασμού στην εποχή του Εμφυλίου Πολέμου που ακολούθησε την Κατοχή. 
   Ο Μυριβήλης πράγματι, κατ’ εμέ, αδίκησε τον εαυτό του με τις συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές του. Οι στάσεις του εκείνες όμως δεν προσέφεραν μέχρι σήμερα ούτε και πρέπει να προσφέρουν στο μέλλον το δικαίωμα στον οποιονδήποτε να αδικήσει το έργο ενός ανθρώπου που προσέφερε τη φρεσκάδα της πένας του στα ελληνικά γράμματα επί σχεδόν μισόν αιώνα.