Sunday, April 9, 2017

Το Πάσχα «χωρίς στεφάνι» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έχει επάξια πλέον κερδίσει τον τίτλο του κορυφαίου διηγηματογράφου που γέννησε η Ελλάδα. Έχει χαρατηριστεί ως ο «άγιος των ελληνικών γραμμάτων», λόγω των πολλών θρησκευτικών αναφορών που απαντώνται στα έργα του. Κυρίως, εκείνο που χαρακτήριζε τον Σκιαθίτη λογοτέχνη ήταν η πραγματικά απέραντη εμβρύθειά του γύρω από πάρα πολλά ζητήματα. Αυτοδίδακτος γνώστης ξένων γλωσσών, βαθύς μελετητής των εκκλησιαστικών κειμένων, υμνητής του κάλλους και του έρωτα, αλλά και διεισδυτικός κοινωνικός αναλυτής της εποχής του. 


Ο Τέλλος Άγρας έγραψε κάποτε για τον Παπαδιαμάντη: 
«Τι κείμενα αρχαία και τι κείμενα ξένα, τι κείμενα βυζαντινά, εκκλησιαστικά συναξάρια, τροπάρια, ψαλμούς δεν ξέρει αυτός ο άνθρωπος! Αλλά οι άμεσες γνώσεις του από τη ζωή, οι ζωντανές, κι εκείνες μήπως ολιγότερες είναι; Ο ψαράς, ο καϊκτσής, ο βοσκός, ο γεωργός, τού έχουν μάθει ό,τι έμαθαν κι εκείνοι. Ξέρει έθιμα, συνήθειες, την Ιερά παράδοση και τα μάγια, τα ξόρκια και τις δεισιδαιμονίες, τις προλήψεις… Ξέρει ανέκδοτα κι ιστορίες, παραμύθια του νησιού και οικογενειακά – για να τα διηγείται ατελείωτα μέσα στις πληκτικές ώρες του «καφενέ» του αθηναϊκού (…) Ποιος απ’ όσους έγραψαν έκτοτε πεζογραφία ξέρει τα μισά απ’ όσα στη ζωή του είχε μάθει ο Παπαδιαμάντης;» (Τ. Άγρας, περιοδικού «Ερμής», τεύχος γ΄, 1894). 
Στο παρόν άρθρο όμως δεν σκοπεύω να παραβιάσω ανοικτές θύρες, σταχυολογώντας τις γνώσεις και τα προτερήματα του Παπαδιαμάντη. Με ενδιαφέρει, ενόψει Πάσχα, να υπογραμμίσω την κοινωνική διεισδυτικότητα της παπαδιαμαντικής γραφής. 
Η εποχή στην οποία έζησε και έγραψε ο Παπαδιαμάντης (1851-1911) ήταν μια εποχή μεταβατική πολιτικά (αλληλοδιαδοχή κυβερνήσεων), δεινή εθνικά και οικονομικά (πτώχευση 1893, ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897) και έντονη κοινωνικά (Ευαγγελικά 1901, Κίνημα στο Γουδί 1909). Ο Σκιαθίτης συγγραφέας μοίρασε το χρόνο της 60ετούς ζωής του ανάμεσα στην Αθήνα και στο νησί του. Εκτός από τις βουκολικές περιγραφές της Σκιάθου και των ανθρώπων της, ο Παπαδιαμάντης μπόρεσε να διεισδύσει και στα ενδότερα της αθηναϊκής κοινωνίας, ρίχνοντας φως στις ζωές των λιγότερο προνομιούχων, των ανθρώπων του περιθωρίου, των φτωχών παπάδων, των παριών των καφενείων αλλά και των βασανισμένων γυναικών. 
Μια τέτοια ιστορία, με τίτλο «Χωρίς στεφάνι», επέλεξε κάποιο Πάσχα ο λογοτέχνης για να αναδείξει στερεότυπα και να υπογραμμίσει γεγονότα της εποχής του, που όμως προκαλούν ακόμα και σήμερα αμηχανία στον πολύ κόσμο. 
Το διήγημα γράφτηκε το 1896 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις». Αναφέρεται σε ένα θέμα που σήμερα θα χαρακτηριζόταν «ταμπού». Πόσο μάλλον τότε... Μια γυναίκα, αναγκάζεται από τις κοινωνικο-πολιτικές περιστάσεις να παντρευτεί έναν άντρα ο οποίος της υπόσχεται να δημιουργήσουν οικογένεια. Αντ’ αυτού, λαμβάνουν χώρα όσα περιγράφει ο συγγραφέας στο πλέον χαρακτηριστικό απόσπασμα του διηγήματος:
[...] «Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τι να είπη; Αυτής δεν της έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η Δασκάλα, όπως την έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δεν είχε, διά να φοβήται τας επιπλήξεις του επιτρόπου (σ.σ. εννοεί τις επιπλήξεις του επιτρόπου της εκκλησίας όταν τα μικρά παιδιά έκαναν φασαρία). Τα παιδία της τα είχε θάψει, χωρίς να τα έχει γεννήσει. Και ο ανήρ τον οποίον είχε δεν ήτο σύζυγός της. 
Ήσαν ανδρόγυνο χωρίς στεφάνι. 
Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα! Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είναι τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουσι να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον. 
Από τον καιρόν όπου είχεν ανάγκην από τας συστάσεις των κομματαρχών διά να διορίζεται δασκάλα, εις των κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνιάρης, την είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε το υπουργείον, και δεν ίσχυε πλέον να την διορίση, της είπεν. 
-Έλα να ζήσουμε μαζί, και αργότερα θα σε στεφανωθώ. 
-Πότε; 
-Μετ’ ολίγους μήνας, μετά εν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον. 
Έκτοτε παρήλθον χρόνοι και χρόνοι, κι εκείνος ακόμα είχε μαύρα τα μαλλιά και αυτή είχεν ασπρίσει. Και δεν εστεφανώθη ποτέ. 
Αυτή δεν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε και άλλες ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα με αυτάς. 
Η ταλαίπωρος αυτή, μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι, τα εθέρμαινεν εις την αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τα επονούσε. Και τα ανέσταινε, κι επάσχιζε να τα μεγαλώση. Και όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, και τα είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από την οστρακιάν, την ευλογιάν και άλλας δυσμόρφους συντρόφους, και της τα έπαιρνεν από την αγκαλιάν της. 
Τρία ή τέσσαρα παιδία της είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών. Κι αυτή επικρένετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κι έκλαιε τα νόθα του ανδρός της, ως να ήσαν γνήσια ιδικά της. Κι εκείνα τα πτωχά, τα μακάρια, περιΐπταντο εις τ’ άνθη του παραδείσου, εν συντροφία με τ’ αγγελούδια τα εγχώρια εκεί. Εκείνος ουδέ λόγον της έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή. 
Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τον χρόνον. Την Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ’ αυγά τα κόκκινα. Και τας άλλας ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν. 
Μόνον το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισήρπεν εις τον ναόν, για ν’ ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζί με τες δούλες και τες παραμάνες. 
Αλλ’ Εκείνος, όστις ανέστη «ένεκα ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων», όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα, και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις την βασιλείαν Του την αιωνίαν.». 

Καλό Πάσχα και Καλή Ανάσταση…