Wednesday, April 5, 2017

Το Ελυτονήσι

Συντάκτης Θωμάς Χατζηθωμάς

Υποθέτω πως η σχέση της λογοτεχνίας με τη δημιουργία ενός τεχνητού παραδείσου υπάρχει από καταβολής της, από την αρχαία Ελλάδα όσον αφορά τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ίσως νωρίτερα αν συμπεριλάβουμε και τα μεγαλεπήβολα σανσκριτικά έπη της Ινδίας. Ένας καλλιτέχνης έχει ως πρωταρχική του έγνοια να απομονωθεί από τον κόσμο για να δημιουργήσει τον δικό του, προφανώς γιατί, αν το αναλύσουμε ψυχολογικά, αυτό λειτουργεί αναζωογονητικά, τον αποφορτίζει βοηθώντας τον να συνεχίσει να εργάζεται με ψυχική υγεία και αισιοδοξία κάθε μέρα. Επιτελεί την ίδια λειτουργία με τα όνειρα, βοηθάει τη συνείδηση στο να απαλλαγεί από τις δυσάρεστες εντάσεις που συσσωρεύονται μέσω αυτής στο υποσυνείδητο, ώστε να μην καταλήξει αυτή να γίνει νευρωτική. Όπως είναι γνωστό ο Φρόιντ διατύπωσε τη θεωρία πως το όνειρο είναι η μεταμφιεσμένη εκπλήρωση μιας καταπιεσμένης επιθυμίας, ο τρόπος με τον οποίο αυτή, η καταπιεσμένη επιθυμία, μέσω της αυτολογοκρισίας παρουσιάζεται πάλι με υγιή τρόπο στη συνείδηση.


Μπορώ να φανταστώ τη δημιουργία του ονείρου την εποχή των πρωτόγονων ανθρώπων, τότε που η συνείδηση βρισκόταν ακόμη σε εμβρυακό στάδιο και μπορώ να αναλογιστώ την αναγκαιότητα της στην συνειδησιακή πορεία του ανθρώπου μέχρι σήμερα. Χωρίς την ύπαρξη του ονείρου ίσως να μην είχε καταφέρει να επιβιώσει καν, ακόμα κι αν το είχε καταφέρει όμως η πνευματική του εξέλιξη θα ήταν πολύ διαφορετική, σίγουρα πιο φτωχή, λιγότερο εύρωστη και δημιουργική. Φαντάζομαι λοιπόν τους πρώτους ανθρώπους να πηγαίνουν για ύπνο γεμάτοι έγνοιες για την τροφή που όφειλαν να εξασφαλίσουν την επόμενη μέρα, με φόβο και δέος φωλιασμένα στην ψυχή τους για τα άγρια θηρία ή τα ακραία καιρικά φαινόμενα που έπρεπε να αντιμετωπίσουν Κατά τη διάρκεια του ύπνου τους όμως και εδώ έγκειται η θεϊκότητα του ανθρώπου, ο Ελύτης έγραψε πως ο άνθρωπος είναι μεγάλο πράγμα αν το σκεφτείς, ο Ηράκλειτος πως ο λόγος είναι κάτι που μεγαλώνει από μόνο του, η συνείδηση που όπως ανέφερα βρισκόταν στη χαραυγή της, αναγκάστηκε να δημιουργήσει έναν αμυντικό μηχανισμό για να εκτονώσει αυτές τις ενοχλήσεις και να καθησυχάσει ουσιαστικά τον εαυτό της. Έτσι οι πρωτόγονοι άνθρωποι ξυπνούσαν υγιείς, χωρίς ανεξήγητο φόβο και γεμάτοι αυτοπεποίθηση σχετικά με την επιτυχή ολοκλήρωση των προσπαθειών τους.
Όσο μεγάλη σημασία έχει το όνειρο κατά τη διάρκεια του ύπνου στην ψυχική μας υγεία άλλο τόσο έχει κι αυτό που δημιουργούμε όταν είμαστε ξύπνιοι, εγώ μάλιστα νομίζω πως το δεύτερο έχει μεγαλύτερη αξία, γιατί όπως είπαμε η συνείδηση είναι κάτι μεγάλο κι αξιοθαύμαστο και μπορεί να καταπολεμήσει, έστω και με ατελή τρόπο, το υποσυνείδητο. Αυτό το όνειρο της αγρύπνιας, η φαντασίωση ή το ονειροπόλημα αν θέλετε, είναι ίσως η αιτία της δημιουργίας της τέχνης εν γένει και μια παντοτινή μητέρα που την αναζωογονεί και την τροφοδοτεί γενναιόδωρα με καινούργια υλικά και έμπνευση από τα γεννοφάσκια της έως σήμερα. Κάθε δημιουργός δανείζεται με ευγνωμοσύνη στοιχεία από αυτόν τον ιδεατό κόσμο και τα προσαρμόζει κατάλληλα στο έργο του, πλάθοντας ένα ολοκληρωμένο ή μη καλλιτέχνημα ανάλογα με το πόσο πολύ κατάφερε να τον προσεγγίσει και με πόσο ολοκληρωμένο τρόπο ήταν ικανός να τον περιγράψει.
Αυτός ο ονειρικός κόσμος λοιπόν ξεχειλίζει μέσα στο έργο του Ελύτη, δεν χρειάζεται βεβαίως κάποιος να είναι ειδικός για να το παρατηρήσει αυτό. Το παραδεισένιο νησί του, το ελυτονήσι, έχει ως αρχή και τέλος το φως και τη θάλασσα, διανθισμένο επιπλέον με αρκετά αισθαντικά λουλούδια που ουσιαστικά θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν αυτό που θα αποκαλούσαμε αυθεντική ελληνικότητα. Η θητεία του στον υπερρεαλισμό συνέτεινε ώστε η δημιουργία αυτού του κόσμου να μην προέρχεται αποκλειστικά από τη συνείδηση αλλά και από τις αθώες, αγνές, άρρητες πεδιάδες του υποσυνείδητου. Η ποίηση του Ελύτη είναι εσωτερική, ενδοστρεφής, ένας μονόλογος προς τον ίδιο τον ποιητή και όταν ξεφεύγει από αυτά τα κλειστά πλαίσια καταφέρνει να φτάσει μετά κόπων και βασάνων ως το κατώφλι της αιώνιας αγαπημένης, μια οδοιπορία μέσω μιας συναρπαστικής γλώσσας σ’ έναν κήπο της Εδέμ, μοναχικό και απόκοσμο.
Η δημιουργία αυτού του ιδεατού κόσμου επιτυγχάνεται από τον ποιητή όχι μόνο μέσω εικόνων, ήχων ή γεύσεων αλλά πολύ περισσότερο μέσω της χρήσης της γλώσσας, η ποιητική γλώσσα του Ελύτη είναι ένα προσωπικό ιδιόλεκτο που απαιτεί ένα εκτενές ειδικό εγχειρίδιο για την κατανόηση της. Για να μπεις με την ψυχή και το σώμα μέσα στον ελυτόκοσμο και να τον βιώσεις ολοκληρωτικά είσαι αναγκασμένος να έχεις μπροστά σου ένα βιβλίο του ανοιχτό και μερικά λεξικά και εγκυκλοπαίδειες αραδιασμένα δίπλα σου, μόνο τότε θα καταφέρεις να αντιληφθείς τις λεπτεπίλεπτες μυρωδιές που αναδύονται σε κάθε σου βήμα. Ο Ελύτης αναζητούσε απεγνωσμένα μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο όχι μόνο την ευδαιμονία, μια ευτυχισμένη ζωή, αλλά απ’ ότι φαίνεται και μια θρησκευτικότητα μυστικιστικού τύπου, μια άμεση και χωρίς την παρέμβαση της λογικής ένωση με το Θεό, έστω κι αν ο κυριότερος συνεργάτης του σ’ αυτή την προσπάθεια ήταν το σημαντικότερο εργαλείο της λογικής, η γλώσσα.
Το ελυτονήσι βρίσκεται πέρα από το φαινόμενο, σε έναν κόσμο ιδεών και αισθημάτων, γεμάτο αθωότητα και άσπιλη, αρχετυπική ομορφιά, όπου η αλήθεια μεταμορφώνεται σε ύλη και απτή πραγματικότητα και η ηθικότητα, μέσα στην ένθεη, αυθύπαρκτη μεγαλοσύνη της κραδαίνει τα σκήπτρα της διεκδικώντας, ουσιαστικά χωρίς αντίπαλο, τη θέση που της αξίζει σ’ αυτόν τον κόσμο, τη θέση της βασίλισσας. Ο ελυτόκοσμος δηλαδή διέπεται από μια καλοσύνη ανώτερου τύπου, απλησίαστη, ουτοπική, μακριά από την ανθρώπινη συνθήκη και τους περιορισμούς της, μια παρακαταθήκη που άφησε μέσα στον ποιητή η ενασχόληση του με το χριστιανισμό όπως αυτός τον αντιλαμβανόταν, είναι ένας κόσμος όπου ο ποιητής και κάθε άξιος άνθρωπος μπορεί να λυτρωθεί από το εσωτερικό του σκοτάδι. Σ’ αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχει αγώνας, προσπάθεια και ταλαιπωρία, δεν υπάρχει θυσία και σταύρωση, είναι ένας κόσμος στατικός χωρίς δυναμική εξέλιξη, ήδη ολοκληρωμένος μέσα στην τελειότητα του.
Το ελυτονήσι, αυθεντικά και ποιητικά ονειρικό, εκθειάζει την αθωότητα απ’ όπου κι αν προέρχεται, θεωρώντας την ως αναγκαίο συστατικό για την ίδια του την ύπαρξη, τοποθετώντας την με ευλάβεια πάνω στο λευκό βάθρο της, δίπλα στην αδερφή της την καλοσύνη. Ακόμα και μέσα σ’ αυτό το νησί των μακάρων όμως λείπει πρόδηλα η συλλογικότητα καθώς όπως είπαμε δεν υπάρχει εκεί λόγος για προσπάθεια καλυτέρευσης, είναι ήδη σε τέλεια μορφή, είναι ένας μοναχικός παράδεισος όχι όμως στο επέκεινα αλλά στην ενθαδική ύπαρξη. Ένας ονειρεμένος τόπος πάνω στη γη, αποτελούμενος από την απόκρυφη γοητεία της γήινης ομορφιάς, με μόνο σκοπό ύπαρξης την αισθησιακή διαβίωση του τυχερού κι ευλογημένου κατοίκου της, δηλαδή του αθώου, αμόλυντου ηθικά ανθρώπου. Μια κατάσταση στην οποία ο άνθρωπος ξαναγεννιέται εντελής πνευματικά, σύμφωνα με την αριστοτελική έννοια, κάτοχος πλέον της απαραίτητης γνώσης που απαιτείται για να δικαιούται να ονομάζεται πολίτης αυτού του παραδεισένιου ενδιαιτήματος. Το ελυτονήσι είναι λουσμένο στο εκτυφλωτικό, μα πάνω απ’ όλα ένδοξο και φημισμένο φως του Αιγαίου, ένας τόπος όπου το αρχαιοελληνικό μέτρο ως κανόνας ηθικού βίου αποτελεί σημαντική συνιστώσα. Ένα τοπίο πλυμένο και καθαγιασμένο από την πελαγίσια βροχή, βιβλικό, άμεμπτο, μέσα στο οποίο απουσιάζει σχεδόν η συνείδηση με όλα τα δεινά που αυτή κουβαλάει μαζί της, ένα μέρος στο οποίο εισέρχεσαι για να ξεχάσεις τον εαυτό σου και να χαθείς σε μια κατάσταση προανθρώπινη ή αυτό που οι ινδοί αποκαλούν νιρβάνα.

Κυριότερο εργαλείο του Ελύτη για τη δημιουργία αυτού του ονειρικού κόσμου είναι φυσικά η γλώσσα, η χρήση της οποίας εκ μέρους του αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη συνεισφορά του στην νεοελληνική γραμματεία. Ο ποιητής όπως είναι γνωστό, για να μπορέσει να αποδώσει με ενάργεια τη θεϊκή πληρότητα ενός τόπου τόσο άσπιλου και παρθένου χρησιμοποιεί τη γλώσσα με έναν τρόπο καθαρά προσωπικό, τη μεταστοιχειώνει όπως έχει ειπωθεί, διαλύοντας έτσι τα ανυπέρβλητα εμπόδια που του παρουσίασε η συμβατική χρήση της. Η γλώσσα του, ακραιφνώς ποιητική δηλαδή δημιουργική, δίνει καινούργιες, φρέσκες έννοιες στις φθαρμένες απ’ την πολυχρησία λέξεις, έννοιες που ενίοτε δεν συμβαδίζουν καθόλου ετυμολογικά και εννοιολογικά με τις λέξεις με τις οποίες σχετίζονται. Με αυτήν την παράδοξη φρασεολογία καταφέρνει να αφυπνίσει τη φαντασία του αναγνώστη και να τονώσει τη συγκίνηση και εν τέλει τη συμμετοχή του, τη μέθεξη του σε αυτόν τον ιδεατό κόσμο. Σκέφτομαι κάποιες φορές ότι είναι αρκετά παράδοξο το γεγονός πως ο Ελύτης κέρδισε το νόμπελ λογοτεχνίας γιατί αυτές οι καινούργιες σημασίες που δίνει στις λέξεις είναι πολύ δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο, να μεταφραστούν σε άλλη γλώσσα. Δεν ξέρω πως μεταφράστηκε η ποίηση του στα γαλλικά, τα γερμανικά ή τα σουηδικά αλλά, χωρίς να θέλω να φανώ υπεροπτικός, νιώθω λύπη και οίκτο γι’ αυτούς τους ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν ελληνικά, είμαι σίγουρος πως αν μη τι άλλο έχουν χάσει το μισό νόημα αυτής της τόσο ενορατικής και βαθιά μυσταγωγικής ποίησης.