Thursday, March 23, 2017

Καποδίστριας: Ένας άξιος Κυβερνήτης

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Ενόψει της επετείου της εθνικής μας παλιγγενεσίας, θα ήθελα αυτή τη φορά να αναφερθώ σε μια μεγάλη προσωπικότητα εκείνης της εποχής. Στον άνθρωπο που μετουσίωσε σε κράτος τους κόπους και τις θυσίες των πολεμιστών του εννεαετούς Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1830). Στον Ιωάννη Καποδίστρια. Ο τίτλος ενδεχομένως να προϊδεάζει για μια «αγιογραφία» του πρώτου Κυβερνήτη του ελληνικού κράτους. Δεν είναι όμως έτσι. Ως ερασιτέχνης μελετητής της ιστορίας, θα προσπαθήσω να καταθέσω τη γνώμη μου για τον Κυβερνήτη, όπως αυτή διαμορφώθηκε και βαίνει ακόμη διαμορφούμενη μέσα από προσωπικά διαβάσματα και γνώσεις. Σε καμία περίπτωση δεν διεκδικώ δάφνες επιστημοσύνης. Περισσότερο με ενδιαφέρει να αναφερθώ σε ορισμένες «σκιές» που από πολλές πλευρές έχουν ριφθεί κατά καιρούς στη στάση του Καποδίστρια κατά την προετοιμασία της επανάστασης αλλά κυριώτερα στην περίοδο της διακυβέρνησής του, η οποία έληξε με την άνανδρη δολοφονία του (1828-1831). 

Επί τροχάδην ο βίος του... 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου του 1776 στην Κέρκυρα, από τον Αντωνο-Μαρία Καποδίστρια και τη Διαμαντίνα Γονέμη. Κατά την τριετία 1794-1797 σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, στον κλάδο των artisti, όπου έλαβε μαθήματα ιατρικής και φιλοσοφίας. Με το πέρας των σπουδών του, το 1797, επέστρεψε στην Κέρκυρα και άρχισε να ασκεί το επάγγελμα του γιατρού. 
Το 1801 ξεκινά ανεπίσημα η διπλωματική του σταδιοδρομία, ως εντεταλμένος της Επτανήσου Πολιτείας στην Κεφαλονιά. Εκεί, ο Καποδίστριας επέβαλε το σύνταγμα του νεοϊδρυθέντος κράτους, επιτυγχάνοντας την προσωρινή λήξη τοπικών ταραχών που είχαν ξεσπάσει. 
Το 1802 διορίζεται Γραμματέας της Επτανήσου Πολιτείας σε αναγνώριση των ικανοτήτων του και των έως τότε υπηρεσιών του. Πέντε χρόνια αργότερα, το 1807, έχοντας ρωσική στήριξη, αναλαμβάνει τον συντονισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων και την προετοιμασία της άμυνας της Λευκάδας από επίθεση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Το 1809 μεταβαίνει στην Αγία Πετρούπολη και τοποθετείται από τον Τσάρο στο Υπουργείο Εξωτερικών με τον βαθμό του κρατικού συμβούλου. Το 1812 και αφότου είχε διατελέσει για μικρό χρονικό διάστημα ακόλουθος στη ρωσική πρεσβεία της Βιέννης, διορίζεται επικεφαλής του διπλωματικού γραφείου του αρχιστρατήγου των ρωσικών δυνάμεων στη στρατιά του Δούναβη κατά τη διάρκεια του ρωσο-τουρκικού πολέμου και της εισβολής των Γάλλων στη Ρωσία. 
Το 1813 υπηρετεί ως επικεφαλής της πολιτικής-διπλωματικής Γραμματείας του στρατηγού Μπάρκλεϋ-Τόλλυ, ο οποίος ήταν αρχηγός των ρωσικών στρατευμάτων στην Κεντρική Ευρώπη, όπου είχε μεταφερθεί ο πόλεμος κατά του Ναπολέοντα. Μέσω της συγκεκριμένης δραστηριοποίησης του Καποδίστρια, ο τσάρος Αλέξανδρος είχε την ευκαιρία να διαπιστώσει προσωπικά τις ικανότητες του Έλληνα διπλωμάτη. Κατόπιν τούτου, ο Αλέξανδρος θα αποστείλει τον Καποδίστρια ως εκπρόσωπό του στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην ενοποίηση, ουδετερότητα και ομοσπονδιακή διακυβέρνηση της Ελβετίας. 
Πάλι με την υποστήριξη του τσάρου, ο Καποδίστριας θα συμμετάσχει στο Συνέδριο της Βιέννης, το 1814-1815, το οποίο ήταν καθοριστικό για τα ευρωπαϊκά κράτη μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Κατά τη διάρκεια εκείνου του συνεδρίου, ο Καποδίστριας ήρθε σε επαφή με τον Άνθιμο Γαζή και άλλους Έλληνες εμπόρους της Βιέννης και αποφάσισαν να ιδρύσουν τη «Φιλόμουσο Εταιρεία», η οποία θα είχε ως σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων για στήριξη των νεαρών Ελλήνων που επιθυμούσαν να σπουδάσουν σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Στα τέλη του 1815 ο Καποδίστριας διορίζεται Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας και κατοικοεδρεύει πλέον μόνιμα στην Αγία Πετρούπολη. Το 1816 ενημερώνεται από τον Νικόλαο Γαλάτη για την ύπαρξη και τους επαναστατικούς σκοπούς της Φιλικής Εταιρείας, η οποία είχε ιδρυθεί δύο χρόνια νωρίτερα στην Οδησσό της Ρωσίας. Αρνείται όμως να αναλάβει την αρχηγία της, καθώς θεωρεί ότι μια τέτοια θέση δεν θα μπορούσε να συμβαδίσει με την ιδιότητά του ως Υπουργού Εξωτερικών της Ρωσίας ως μίας εκ των τριών Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Το 1820 αρνείται για δεύτερη φορά την αρχηγία της Εταιρείας και στα τέλη του 1820-21 προσπαθεί να πείσει τον τσάρο να εμπλακεί στον ελληνο-τουρκικό πόλεμο που έχει ξεσπάσει με την Επανάσταση, υποστηρίζοντας τους Έλληνες. Ο τσάρος αρχνείται πεισματικά και τον Αύγουστο του 1822 ο Καποδίστριας αναχωρεί από την Αγία Πετρούπολη με άδεια, ύστερα από την αποτυχία του να μεταστρέψει την πολιτική του τσάρου υπέρ των επαναστατημένων Ελλήνων. 
Για πέντε χρόνια (1822-1827) ο Κερκυραίος πολιτικός διαμένει κυρίως στη Γενεύη, εξακολουθώντας ανεπίσημα να είναι σε άδεια. Ήταν πλέον προφανές ότι είχε απωλέσει την όποια εύνοια του τσάρου, ύστερα από την ανοικτή εκδήλωση της στάσης του υπέρ της ελληνικής επανάστασης. 

Η διακυβέρνηση του Καποδίστρια 

Στις 2 Απριλίου του 1827 ο Καποδίστριας εκλέγεται από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων της Τροιζήνας, Κυβερνήτης της Ελλάδας, για θητεία επτά ετών. Η Ρωσία και η Γαλλία υπόσχονται την οικονομική τους συνδρομή στην Ελλάδα, ενώ η Αγγλία την αρνείται. Η συνθήκη του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου προβλέπει τη δημιουργία αυτόνομου ελληνικού κράτους, ενώ ακολουθεί η Ναυμαχία του Ναβαρίνου, στην οποία ο δυτικός συμμαχικός στόλος κατανικά τον τουρκο-αιγυπτιακό και σώζει την έκβαση της επανάστασης υπέρ των ελληνικών όπλων. 
Οι αντιδράσεις για την επιλογή Καποδίστρια προέκυψαν από την αγγλική πλευρά με την κατηγορία ότι ο Καποδίστριας ήταν όργανο των Ρώσων. Όμως, πέρα από τις συγκεκριμένες αιτιάσεις, τη δεδομένη χρονική στιγμή, ο Καποδίστριας ήταν ο πιο μορφωμένος Έλληνας διπλωμάτης που ταυτόχρονα διέθετε εμπειρία στη διακυβέρνηση μιας χώρας, ενώ παράλληλα διέθετε αναγνωρισιμότητα στους ευρωπαϊκούς κύκλους, γεγονός που τον καθιστούσε σεβαστό συνομιλητή των μεγάλων δυνάμεων. Για τους Έλληνες, ο Κερκυραίος ήταν ο άνθρωπος από τον οποίο πολλοί ανέμεναν να εξαλείψει τη χρόνια διχόνοια και να κλείσει επιτυχώς την επανάσταση και να τους δώσει ελπίδα αξιοπρεπούς ζωής. 
Στις 8 Ιανουαρίου 1828 ο Καποδίστριας φτάνει στην πρώτη πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους, την Αίγινα, όπου τυγχάνει θερμής υποδοχής. Η απόφαση της Εθνοσυνέλευσης ήταν ομόφωνη και παρά τις πολιτικές αντιδράσεις απηχούσε στη δεδομένη στιγμή τα αισθήματα της πλειοψηφίας του χειμαζόμενου λαού. 
Ο ίδιος περιγράφει τις πρώτες του εντυπώσεις από την άφιξή του στην Αίγινα: 
«Είδα πολλά στη ζωήν μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, κι άλλος μην το ιδεί. Προείδα μεγάλα δυστυχήματα για την πατρίδα... ζήτω ο κυβερνήτης, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας, εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τις σπηλιές. Δεν ήταν το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος... η φωνή του λαού μου έσχιζε την καρδιά μου.». 
Στις 18 Ιανουαρίου του ίδιου έτους ο Κυβερνήτης φτάνει στο Ναύπλιο με το αγγλικό πολεμικό πλοίο Warspite, το οποίο συνοδευόταν από ένα ρωσικό και ένα γαλλικό, για προφανείς - πολιτικά συμβολικούς - λόγους. 
Με την ανάληψη της αρχής, ο Καποδίστριας βρέθηκε στο τιμόνι ενός ανύπαρκτου κράτους και μιας ισοπεδωμένης χώρας με ενδεείς κατοίκους. Είναι χαρακτηριστική της κατάστασης που βρήκε, η επιστολη του προς τον βαρώνο Δεσαινδενή, με ημερομηνία 21 Ιουλίου 1828: 
«Από Καλαμάτας μέχρι Ναύπλιον, ούτε χωρίον υπάρχειν, ούτε κώμη, ούτε πόλις, με στέγασμα το παραμικρόν. Εκτεταμένοι αμπελώνες αποκεχερσωμένοι, κοιλάδες πολύωροι, άλλο τε μεν σιτοπληθείς, σήμερον δε άφοροι και καραλελιμνασμέναι από της πλημμύρας των ποταμών...». 
Ο Καποδίστριας συγκρότησε αρχικά μια προσωρινή κυβέρνηση, συγκεντρώνοντας στα χέρια του το κύριο μέρος της εξουσίας. Μιας εξουσίας που, εκτός του Ναυπλίου, περιελάμβανε μόνο τις ελεύθερες περιοχές της Αίγινας, τον Πόρου, της Ελευσίνας, των Μεγάρων και λίγα νησιά. Οι υπόλοιπες περιοχές ελέγχονταν από ντόπιους προκρίτους, τα νησιά από πειρατές, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου από τις δυνάμεις του Ιμπραήμ. 
Ο Καποδίστριας κατάφερε μέχρι το 1829 να εκδιώξει τους Τούρκους, ενώ από το 1828 άρχισε να οργανώνει το κράτος συγκροτώντας προσωρινή κυβέρνηση. Στην κυβέρνηση μετείχαν οι πάντες: Εκπρόσωποι των τριών φατριών («αγγλικής», «γαλλικής» και «ρωσικής»), αλλά και εκπρόσωποι των προκρίτων (Μαυρομιχάλης, Κουντουριώτης, Ζαΐμης, Μαυροκορδάτος). Η δέσμευση του Καποδίστρια όταν ανέλαβε την αρχή, τον Ιανουάριο του 1828, ήταν να οδηγήσει τη χώρα σε Εθνοσυνέλευση τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Κάτι τέτοιο κατέστη πρακτικά αδύνατο. Ο ίδιος αναφέρει: 
«Όταν κατά Ιανουάριον συνέλαβον μετά του έθνους ελπίδα να συνάξω περί εμέ τους αντιπροσώπους αυτού τον Απρίλιον μήνα, τότε διά το μόλις φθάσαι εις την Ελλάδα δεν ηδυνάμην να γνωρίζω εκτενώς την υπάρχουσαν αταξίαν καθ’ όλα τα μέρη της διοικήσεως... Διά τούτο αναγκαζόμαστε να αναβάλωμεν την συγκάλεσιν της εθνικής συνελεύσεως...». 
Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει για την πρώτη περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια: 
«Οργάνωσε το κράτος, έστειλε επάρχους, εκτάκτους επιτρόπους, άρχισε ανταπόκριση τακτική, ο καθένας να γνωρίζη τα χρέη του, ο στρατιωτικός ως στρατιωτικός, ο πολιτικός ως πολιτικός, εσύστησε το Πανελλήνιον και τους έβαλε όλους τους άρχοντας μέσα, τον Κουντουριώτην τον έκαμε πρόβουλον της Οικονομίας, τον Ζαήμην πρόβουλον του Εσωτερικού». 
Ο Καποδίστριας τελικά συγκάλεσε την Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων τον Ιούνιο του 1828, στο Άργος. Οι περισσότεροι πληρεξούσιοι του λαού που εξελέγησαν ήταν με το μέρος του Κυβερνήτη. Μέσω των αποφάσεων της Εθνοσυνέλευσης ο Καποδίστριας προχώρησε στην αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης, για τη συγκρότηση της οποίας στο εξής τον κυρίως λόγο θα τον είχε ο ίδιος. Αντικατέστησε το Πανελλήνιον (συμβουλευτικό όργανο 27 μελών) με τη Γερουσία, τα περισσότερα μέλη της οποίας θα διόριζε ο ίδιος. Είναι, επομένως, προφανές ότι η συγκεκριμένη Εθνοσυνέλευση αποτέλεσε μια μεγάλη πολιτική νίκη του Καποδίστρια, αλλά ταυτόχρονα και την αρχή του τέλους του, καθώς λόγω της συγκέντρωσης της εξουσίας στα χέρια του προκλήθηκαν θανάσιμες έχθρες εναντίον του τόσο από τους ολιγαρχικούς όσο και από δημοκρατικές δυνάμεις. 
Παρ’ όλα αυτά, στην πορεία της διακυβέρνησής του ο Καποδίστριας δούλεψε πραγματικά σκληρά, επιδεικνύοντας οργανωτικό πνεύμα και ανιδιοτέλεια. Εξαρχής μερίμνησε για τα πιεστικά καθημερινά προβλήματα των Ελλήνων, όπως η σίτιση, η στέγαση, η φροντίδα των ορφανών του πολέμου, η γεωργία και άλλα. Εξασφάλισε ξένα κεφάλαια από πλούσιους Έλληνες και αλλοδαπούς φίλους του για καλλιέργεια δενδροφυτειών. Επίσης, οργάνωσε στράτευμα με σκοπό τον νικηφόρο τερματισμό της επανάστασης, εκδιώκοντας τους Τούρκους πέρα από τον κόλπο της Άρτας. Για τον σκοπό αυτό διέλυσε όλα τα άτακτα σώματα που υπήρχαν και προχώρησε στην ίδρυση και οργάνωση τακτικού στρατού. Βεβαίως και σε αυτή την περίπτωση υπήρξαν αντιδράσεις καθώς οι στρατιώτες, άτακτοι κλέφτες ή αρματολοί ως τότε, δεν είχαν την παραμικρή ιδέα από στρατιωτικούς κανονισμούς και πειθαρχία, ενώ οι οπλαρχηγοί, που μέχρι τότε ήταν ανεξάρτητοι επικεφαλής των σωμάτων τους, έπρεπε τώρα να δεχθούν να γίνουν αξιωματικοί υφιστάμενοι άλλων. Μέσα σε λίγους μήνες ο στρατός συγκροτήθηκε, η πειθαρχία επιβλήθηκε πράγματι στους αγωνιστές της επανάστασης και η χώρα απέκτησε συγκροτημένο στράτευμα και στόλο Τμήματα τακτικού στρατού άρχισαν να φρουρούν πλέον τα κάστρα της Κορίνθου, του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας, ενώ στον Πόρο δημιουργήθηκε επιμελητήριο ανεφοδιασμού του στρατού. 
Ο Καποδίστριας επέδειξε σκληρότητα απέναντι στην πειρατεία - που μάστιζε τη χώρα εκείνη την εποχή - επιτυγχάνοντας να την εξαλείψει. Στις Σποράδες ο Ανδρέας Μιαούλης, απεσταλμένος της κυβέρνησης, διέλυσε τους πειρατές, ενώ αντίστοιχα στη Γραμβούσα οι γαλλικές και αγγλικές ναυτικές δυνάμεις πάταξαν τους πειρατές, με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Μεγάλος αριθμός των πειρατικών πλοίων, μετά την κατατρόπωσή τους από τις κυβερνητικές δυνάμεις, εντάχθηκε στον εθνικό στόλο. 
Στις 3 Φεβρουαρίου του 1830 η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος. Καίρια συμμετοχή στο γεγονός αυτό είχε ο Καποδίστριας, ο οποίος αξιοποίησε στο έπακρο τις διπλωματικές του ικανότητες για να επιτύχει την ομόφωνη υποστήριξη Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας. Μολαταύτα, ο Κυβερνήτης δεν έμεινε ευχαριστημένος από την περιορισμένη έκταση του νεοσύστατου κρατιδίου και κατάφερε να επιτύχει επέκταση των συνόρων. Ο Νικόλαος Δραγούμης έγραψε σχετικά: «...ουδείς πλην αυτού δεξιώτερος και ισχυρότερος όπως υπερμαχήση των κοινών συμφερόντων». 
Αρχικά, ο Καποδίστριας δέχτηκε τον όρο της κατάπαυσης των πυρών, αλλά επιφυλάχθηκε να λάβει την έγκριση της Εθνοσυνέλευσης για την οριστική αποδοχή. Επίσης, προσεταιρίστηκε τον Λεοπόλδο του Saksen-Koburg, μέλος της βασιλικής οικογένειας της Αγγλίας, ο οποίος είχε αρχικά επιλεγεί από τις δυνάμεις ως πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας, προτού ορίσουν τελικά τον Όθωνα για το αξίωμα αυτό. Ο Καποδίστριας έπεισε τον Λεοπόλδο ότι μόνο με διευρυμένα σύνορα το ελληνικό κράτος θα ήταν βιώσιμο κι έτσι ο Λεοπόλδος μετατράπηκε σε πρεσβευτή της Ελλάδας στις μοναρχικές αυλές μέχρι τη στιγμή που αποφάσισε να παραιτηθεί της προσφοράς του ελληνικού στέμματος, για προσωπικούς λόγους ή - πιθανότερο - λόγω διαφωνίας με τους ξένους ηγεμόνες με αφορμή τις διεκδικήσεις των Ελλήνων. 

Ισχυροί εχθροί, άδοξο τέλος 

Ο Καποδίστριας είχε συγκεντρώσει στο πρόσωπό του πολλές έχθρες πριν ακόμη πατήσει το πόδι του στην Ελλάδα, όπως σημειώθηκε και παραπάνω. Είχε αφοσιωμένους οπαδούς, μεταξύ των οποίων και ο Κολοκοτρώνης, κυρίως στις μεσαίες και πιο υποβαθμισμένες λαϊκές τάξεις. Δημιούργησε όμως πολλούς εχθρούς, οι οποίοι, δυστυχώς για εκείνον, ήλκαν την καταγωγή τους από παλιά και ισχυρά τζάκια. Η κύρια κατηγορία των αντιπολιτευόμενων τον Κυβερνήτη ήταν, όπως πολλάκις προαναφέρθηκε, ο εκτενής συγκεντρωτισμός του. Ο Καποδίστριας εξαρχής και εν γνώσει του οργάνωσε ένας κυβερνοκεντρικό κράτος, καθώς ανέλαβε να οικοδομήσει μια χώρα στην οποία κυριολεκτικά δεν υπήρχε «πέτρα πάνω στην πέτρα». Έτσι, επιθυμούσε να ελέγχει προσωπικά ο ίδιος τα έσοδα και τα έξοδα του κράτους, τις λογοδοσίες των υπαλλήλων, τα στρατιωτικά ζητήματα και τα ζητήματα της κοινωνικής μέριμνας για τον πληθυσμό, διορίζοντας σε καίριες θέσεις ανθρώπους της απολύτου εμπιστοσύνης του. Πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι ο Καποδίστριας δεν κινήθηκε κατά τον συγκεκριμένο τρόπο σε... κενό αέρος. Ήρθε να κυβερνήσει μία χώρα που δεν γνώριζε άλλη μορφή κράτους πέρα από τα «βουλοκέρια» του Σουλτάνου και τους φοροεισπράκτορες των πασάδων. Στο τοπικό επίπεδο, την απόλυτη εξουσία ασκούσαν οι προεστοί, πρόκριτοι ή κοτζαμπάσηδες, οι καταγόμενοι δηλαδή από πλούσιες οικογένειες κάτοχοι εκτάσεων γης, οι οποίοι νοούνταν ως de facto τοπικοί ηγέτες και ηγετίσκοι (βλ. Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Ανδρέας Ζαΐμης, Κανέλλος Δεληγιάννης) και μαζί με τους επικεφαλής του κλήρου, επίσημοι εκπρόσωποι των «ραγιάδων» ενώπιον του Σουλτάνου. Συνεπώς, ο άκρατος τοπικισμός που επικρατούσε, μπορούσε τη δεδομένη στιγμή να αντιμετωπιστεί καλύτερα με το ακριβώς αντίθετο, τον άκρατο συγκεντρωτισμό. 
Προεξάρχοντες της αντιπολίτευσης στον Κυβερνήτη υπήρξαν πρωτίστως οι Μαυρομιχαλαίοι, έπειτα οι Κουντουριώτηδες και τριτευόντος η αγγλική και η γαλλική φατρία. Ο Καποδίστριας είχε στερήσει από τους Μαυρομιχαλαίους τα οικονομικά προνόμια τα οποία απολάμβαναν, ήτοι το εξωφρενικό «δικαίωμα» να έχουν δικό τους ταμείο, ξεχωριστό από εκείνο του κεντρικού κράτους, το οποίο ο Κυβερνήτης αγωνιζόταν να γεμίσει. Επίσης απομάκρυνε ορισμένα μέλη της οικογένειας του γενάρχη της Μάνης από τα αξιώματα που κατείχαν παλαιότερα. Οι Μαυρομιχαλαίοι ξεσήκωσαν τη Μάνη κατά του «τυράννου Καποδίστρια» και της κεντρικής εξουσίας του, διεκδικώντας τοπική αυτονομία, ενώ θεωρούσαν ότι η ελευθερία τους από τους Τούρκους ήταν καθαρά προσωπική τους υπόθεση. 
Εξέγερση πραγματοποίησαν επίσης οι Υδραίοι και οι Σπετσιώτες με πρωτεργάτες τον Λάζαρο Κουντουριώτη και τον Ανδρέα Μιαούλη. Το 1830 ίδρυσαν μία «Συνταγματική Επιτροπή», μετατρέποντας την Ύδρα σε κράτος εν κράτει. Ως σύμμαχοι των εξεγερμένων προσέτρεξαν και ο μέχρι πρότινος προσωρινός Υπουργός του Καποδίστρια, Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, από τις πλέον χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες αριβίστα πολιτικού της εποχής, καθώς και ο πρόκριτος Ανδρέας Ζαΐμης και ο Σπυρίδων Τρικούπης. Διεκδικούσαν την καταβολή παράλογου ύψους πολεμικών αποζημιώσεων για τη συνεισφορά τους στον αγώνα ως πλοιοκτήτες. 
Η εξέγερση δεν επεκτάθηκε μόνο την Πελοπόννησο χάρη στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος ήλεγχε το μεγαλύτερο μέρος της. Ο Καποδίστριας απάντησε σε όλο αυτό το αντιπολιτευτικό σκηνικό συλλαμβάνοντας και φυλακίζοντας τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Το γεγονός αυτό εξόργισε ακόμη περισσότερο την αντιπολίτευση, με την εφημερίδα «Απόλλων», που εκδιδόταν στην Ύδρα, να ζητά ακόμα και τη θανάτωση του Κυβερνήτη. 
Οι κατευναστικές πρωτοβουλίες των μεγάλων δυνάμεων για συμβιβασμό των δύο πλευρών δεν καρποφόρησαν και στις 13 Αυγούστου του 1831 ο Μιαούλης προχώρησε σε μια τραγική κίνηση πυρπολώντας τον εθνικό στόλο, ο οποίος βρισκόταν αγκυροβολημένος στο λιμάνι του Πόρου. 
Η τελευταία προσπάθεια κατευνασμού των παθών ήταν η κίνηση του Ρώσου ναυάρχου Ricord να συμφιλιώσει τον Καποδίστρια με τον Πετρόμπεη, αλλά την τελευταία στιγμή ο Κυβερνήτης αρνήθηκε. Οι Μαυρομιχάληδες θεώρησαν ταπεινωτική για τον μανιάτικο κώδικα τιμής αυτή την κίνηση και αποφάσισαν να εκδικηθούν τον Καποδίστρια. 
Το πρωί της Κυριακής 27 Σεπτεμβρίου του 1831 ο Ιωάννης Καποδίστριας έπεσε νεκρός από τη σφαίρα και το μαχαίρι του Κωνσταντίνου και του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, αδελφού και ανιψιού του Πετρόμπεη αντίστοιχα, ενώ εισερχόταν στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο για να παρακολουθήσει τη θεία λειτουργία. 
Ο πρώτος Κυβερνήτης του νέου ελληνικού κράτους πέρασε στην ιστορία ως ο πρώτος μεγάλος μεταρρυθμιστής της χώρας, πληρώνοντας τελικά με τη ζωή του την απόφασή του να κυβερνήσει τη χώρα με δικαιοσύνη, προς όφελος των πολλών και εις βάρος των λίγων που αυθαίρετα επιθυμούσαν να εξακολουθήσουν να απολαμβάνουν τη βολή που τους παρείχε η φατρία τους και η κατά καιρούς εύνοια του οθωμανικού κράτους. 
Καταληκτικά σημειώνω τα λόγια του Κυβερνήτη που θα έπρεπε να αποτελούν πνευματική πυξίδα για κάθε επόμενο πολιτικό, σε οποιαδήποτε εποχή και τόπο: 
« ...Ελπίζω ότι όσοι εξ΄ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ΄ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλ’ ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της ...» 
« ...εφ΄ όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν». 
Ιωάννης Καποδίστριας, Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων, Άργος, 1828 

Πηγή ιστορικών δεδομένων: 
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος 16 («Το νέο ελληνικό κράτος»), Εκδ. Λυμπέρη, 2010, σελ. 10-41.