Sunday, March 12, 2017

Ο Νόμος της αγάπης ενάντια στο Νόμο του ισχυρού


Ένας Ινδός δημοσιογράφος στέλνει μια επιστολή στο Λέοντα Τολστόι, ζητώντας την υποστήριξη του διάσημου συγγραφέα στον αγώνα της Ινδίας για την ανεξαρτησία της από την Βρετανική Αυτοκρατορία. Ο Τολστόι απαντάει με ένα μακροσκελές γράμμα, το οποίο ο δημοσιογράφος δημοσιεύει στην εφημερεύει Free Hindustan. Από χέρι σε χέρι, η επιστολή φτάνει τελικά στο νεαρό τότε Γκάντι, που εντυπωσιάζεται από τις ιδέες του Τολστόι και επικοινωνεί μαζί του, ξεκινώντας μια αλληλογραφία που θα διαρκέσει μέχρι το θάνατό του Τολστόι, δύο χρόνια μετά.
«Μέσα από κάθε άνθρωπο εκδηλώνεται ένα πνευματικό στοιχείο που δίνει ζωή σε όλα όσα υπάρχουν. Αυτό το στοιχείο αγωνίζεται να ενωθεί με κάθε άλλο στοιχείο της ίδιας φύσης, πράγμα που επιτυγχάνεται μέσω της αγάπης… Σταδιακά, όμως, επικράτησε η άποψη ότι μια κοινότητα μπορεί να διατηρηθεί μόνο εάν μερικοί έχουν υπό τον έλεγχό τους τους άλλους, και έτσι η αλήθεια της αγάπης εμφανίστηκε εντελώς ασύμβατη με την υπάρχουσα δομή της κοινωνίας».
Στη συνέχεια, αναφέρει ο Τολστόι, οι πολιτικές ιδεολογίες εκμεταλλεύτηκαν και διαστρέβλωσαν το θεμελιώδη νόμο της αγάπης, και τον αντικατέστησαν εντέλει με το νόμο της βίαιης υποταγής. Η σωτηρία λοιπόν μπορεί να έρθει μόνο με την «αποκήρυξη κάθε εναντίωσης στην ισχύ, πράγμα που απλά σημαίνει με την καθαρή εφαρμογή του νόμου της αγάπης πέρα από κάθε σοφιστεία». Κι αυτό γιατί «η αγάπη, δηλαδή ο αγώνας της ανθρώπινης ψυχής προς την ενότητα και η αρμονική συμπεριφορά του ενός προς τον άλλον που απορρέει από αυτήν την ενότητα, αντιπροσωπεύει τον ανώτερο νόμο της ζωής».
Η συζήτηση αυτή συνεχίστηκε και σε επόμενες επιστολές ο Τολστόι αναφέρει τα εξής στον Γκάντι, ο οποίος βρίσκεται στη Νότια Αφρική, και συγκεκριμένα στο Transvaal προσπαθώντας να προετοιμάσει την επανάσταση της Ινδίας:
«Έλαβα την εφημερίδα σου «Indian Opinion» και χάρηκα που διάβασα όλα όσα λέγει γι’ αυτούς που αποκηρύττουν την αντίσταση με την χρήση βίας. Αμέσως ένιωσα την επιθυμία να σου αποκαλύψω τις σκέψεις που μου προκάλεσε η προσεκτική της μελέτη.
Όσο περισσότερο ζω – κυρίως τώρα που αισθάνομαι καθαρά τον θάνατο να πλησιάζει –  τόσο πιο πολύ θέλω να εκφράσω τα έντονα συναισθήματά μου και την γνώμη μου γι’ αυτό πού θεωρώ πώς είναι μεγάλης σημασίας, δηλαδή γι’ αυτό που ονομάζουμε αποκήρυξη κάθε μορφής αντιστάσεως με την χρήση βίας, το οποίο απλώς σημαίνει το δόγμα του Νόμου της αγάπης.
Η αγάπη, ή με άλλα λόγια, ο αγώνας των ανθρώπινων ψυχών για ενότητα και η πειθήνια συμπεριφορά του ενός προς τον άλλον που προκύπτει από αυτόν τον αγώνα, αντιπροσωπεύει τον υψηλότατο και πράγματι μοναδικό νόμο της ζωής, όπως ο καθένας γνωρίζει και αισθάνεται στα βάθη της καρδιάς του. Αυτός ο νόμος κηρύχθηκε από όλες τις φιλοσοφίες – την Ινδική, την Κινέζικη, την Εβραϊκή, την Ελληνική και τη Ρωμαϊκή. Πιο ξεκάθαρα, όμως, νομίζω, ότι κηρύχθηκε από τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είπε ρητά ότι σε αυτόν στηρίζεται όλος ο νόμος και οι Προφήτες.
Επιπλέον, κατέδειξε ιδιαίτερα τον κίνδυνο μιας παραπλανήσεως η οποία παρουσιάζεται στους ανθρώπους που ζουν σύμφωνα με τα υλικά τους συμφέροντα – δηλαδή να έχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν τα συμφέροντά τους με τη βία ή, όπως το εξέφρασε ο ίδιος, να ανταποδώσουν το χτύπημα με χτύπημα και να επανακτήσουν την κλεμμένη περιούσια κ.α..
Ήξερε, όπως όλοι οι λογικοί άνθρωποι πρέπει να γνωρίζουν, πως κάθε χρήση βίας είναι ασυμβίβαστη με την αγάπη ως τον υπέρτατο νόμο της ζωής, και πως μόλις η χρήση βίας φανεί αποδεκτή, ακόμα και σε μια μεμονωμένη περίπτωση, ο ίδιος ο νόμος αμέσως αναιρείται. Ολόκληρος ο χριστιανικός πολιτισμός, εξωτερικά τόσο υπέροχος, έχει διαμορφωθεί βάσει αυτής της περίεργης και κατάφορης – κατά ένα μέρος σκόπιμης, αλλά κυρίως μη συνειδητής – παρανοήσεως και αντιφάσεως. Κατά βάθος, όμως, ο νόμος της αγάπης δεν ισχύει, άπαξ και η άμυνα με τη βία τοποθετηθεί δίπλα του. Έστω κι αν μια φορά ο νόμος της αγάπης δεν ισχύσει, τότε δεν απομένει κανείς νόμος εκτός από το νόμο του δυνατού.
Σίγουρα οι άνθρωποι άφηναν πάντοτε τους εαυτούς τους να καθοδηγούνται από τη βία σαν την κύρια αρχή του κοινωνικού τους συστήματος. Η διαφορά ανάμεσα στο χριστιανικό έθνος και σε όλα τα άλλα έθνη είναι μόνο αυτή: ότι στον χριστιανισμό ο νόμος της αγάπης είχε δοθεί πιο καθαρά και ρητά από ό,τι σε κάθε άλλη θρησκεία, και ότι οι οπαδοί του τον αναγνώρισαν με κάθε σοβαρότητα. Όμως, παρά ταύτα, θεώρησαν τη χρήση βίας επιτρεπόμενη και βάσισαν τη ζωή τους στη βία έτσι ώστε η ζωή των χριστιανικών εθνών παρουσιάζει μεγάλη αντίφαση μεταξύ της αγάπης η οποία πρέπει να διέπει το νόμο της συμπεριφοράς και της χρήσεως βίας, όπως αυτή αναγνωρίζεται με διάφορες μορφές, όπως είναι οι κυβερνήσεις, τα δικαστήρια και ο στρατός, οι οποίες είναι αποδεκτές ως απαραίτητες και χαίρουν εκτιμήσεως.
Αυτή η αντίφαση αυξάνεται με την ανάπτυξη της πνευματικής ζωής του χριστιανισμού. Τώρα το ζήτημα είναι πως θα πρέπει να επιλέξουμε το ένα από τα δύο πράγματα: ή να παραδεχτούμε ότι δεν αναγνωρίζουμε καμία θρησκευτική ηθική, αλλά αφήνουμε τον τρόπο της ζωής μας να καθορίζεται από το νόμο του δυνατού ή να απαιτήσουμε να σταματήσει η υποχρεωτική επιβολή των φόρων και να καταργηθούν όλοι οι θεσμοί που βασίζονται στους νόμους και στην καταστολή και κυρίως οι στρατιωτικοί θεσμοί.
Η δουλειά σου στο Transvaal, αν και μας φαίνεται να είναι στην άκρη της γης, είναι στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός μας, και παρέχει την πιο σοβαρή πρακτική απόδειξη την οποία τώρα ο κόσμος μπορεί να μοιραστεί, και στην οποία όχι μόνο οι χριστιανικοί αλλά και όλοι οι λαοί του κόσμου μπορούν να συμμετέχουν.
Στην ομολογία του χριστιανισμού – ακόμα και σε έναν χριστιανισμό παραποιημένο όπως είναι αυτός που διδάσκεται ανάμεσά μας – και στην πίστη στην αναγκαιότητα του στρατού και στις προετοιμασίες για σφαγές ακόμη μεγαλύτερης κλίμακας, υπάρχει μια προφανής αντίφαση. Όμως, είτε θα εκμηδενιστεί η χριστιανική θρησκεία, η οποία είναι απαραίτητη για τη διατήρηση του κράτους, είτε θα εξαφανιστεί ο στρατός και όλη η χρήση βίας που είναι μέρος του. Όλες οι κυβερνήσεις γνωρίζουν αυτή την αντίφαση, και η δική σου η βρετανική και η δική μας η ρώσικη. Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν τους κινδύνους που τις απειλούν και είναι σε επιφυλακή όχι απλώς για να διατηρήσουν τα συμφέροντά τους αλλά, στην πραγματικότητα, για να πολεμήσουν για την ίδια τους την ύπαρξη.»
Ο Γκάντι επηρεάστηκε τόσο από τις επιστολές του Τολστόι ώστε εφάρμοσε τελικά τη χρήση μη βίας, μέσω της οποίας πέτυχε εν τέλει και την ανεξαρτησία της Ινδίας από τη βρετανική κυριαρχία.
Λίγα χρόνια πέρασαν από την ανταλλαγή επιστολών των δυο μεγάλων προσωπικοτήτων με θέμα τη σημασία της αγάπης και τη μη χρήση βίας. Παρ’ όλα αυτά, επικράτησε ο νόμος του δυνατού, όπως τον αναφέρει ο Τολστόι, με αποτέλεσμα το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις καταστροφικές συνέπειες που τον ακολουθούν.
Παρά τις προσπάθειες για ανασυγκρότηση των κρατών και τη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών με στόχο την επικράτηση της ειρήνης, δεν άργησε να φανεί ότι ο κόσμος θα οδηγούνταν και σε έναν δεύτερο πόλεμο.
Το 1931 η Διαρκής επιτροπή Γραμμάτων και Τεχνών της Κοινωνίας των Εθνών, κάλεσε το Διεθνές Ινστιτούτο Μορφωτικής Συνεργασίας, να φροντίσει για μια ανταλλαγή επιστολών, μεταξύ των εκπροσώπων της πνευματικής ζωής της εποχής, με θέμα το αν θα μπορούσε να αποφευχθεί στο μέλλον ο πόλεμος. Ανάμεσα στους πρώτους που ρωτήθηκαν ήταν και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο οποίος ανέφερε το όνομα του Σίγκμουντ Φρόιντ. Η σύντομη αλληλογραφία μεταξύ Αϊνστάιν και Φρόιντ έγινε το καλοκαίρι του 1932 και δημοσιεύθηκε στο Παρίσι στις αρχές του 1933 με τίτλο «Η δυσκολία του πολιτισμού». Οι δύο άνδρες πρόβλεπαν το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών – που επήλθε.
Στις 30 Ιουλίου του 1932 ο Αϊνστάιν στέλνει την ερώτησή του στον Φρόιντ:
«Αγαπητέ κ. Φρόιντ,
Η πρόταση, η οποία μου έγινε από την Κοινωνία των Εθνών και από το «Διεθνές Ινστιτούτο Πνευματικής Συνεργασίας» των Παρισίων, να επιλέξω κάποιον για μια ανταλλαγή απόψεων σε ένα θέμα της εκλογής μου, μου προσφέρει την ευκαιρία να συζητήσω μαζί σας ένα ερώτημα, το οποίο, υπό τις σημερινές παγκόσμιες συνθήκες, εμφανίζεται από τα πιο επείγοντα που αντιμετωπίζει ο πολιτισμός.
Το ερώτημα είναι: υπάρχει τρόπος να απαλλαγούν οι άνθρωποι από την μοίρα του πολέμου; Είναι πια γνωστό ότι με την πρόοδο της σύγχρονης επιστήμης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα έχει γίνει ζήτημα ζωής ή θανάτου για τον πολιτισμό. Εν τούτοις, παρά την καλή μου θέληση, όλες οι προσπάθειες δεν έχουν καταλήξει σε τίποτα το συγκεκριμένο.
Έχοντας απαλλαγεί από εθνικιστικές προκαταλήψεις, έχω έναν απλό τρόπο αντιμετωπίσεως της εξωτερικής όψεως, δηλαδή της οργανωτικής, του προβλήματος: τα κράτη να δημιουργήσουν ένα νομοθετικό και δικαστικό όργανο, το οποίο να αναλάβει την εξομάλυνση όλων των διαφορών που αναφύονται μεταξύ τους. Σήμερα, όμως στερούμεθα αυτού του υπερεθνικού οργάνου, το οποίο, θα ήταν σε θέση να εκδίδει αδιαφιλονίκητες αποφάσεις και να επιβάλλει δυναμικά την εκτέλεση των αποφάσεών του.
Φθάνω έτσι στο πρώτο μου αξίωμα: Προκειμένου να εξασφαλισθεί η διεθνής ειρήνη, επιβάλλεται όπως κάθε κράτος παραιτηθεί, μέσα σε λογικά όρια, από μερικά των κυριαρχικών του δικαιωμάτων. Αυτός είναι αναμφισβήτητα ο μόνος δρόμος για να φθάσουμε σε παρόμοια ειρήνη. Η αποτυχία, παρά τις προσπάθειες που κατεβλήθησαν την τελευταία δεκαετία προς αυτή την κατεύθυνση, μάς πείθει ότι επεμβαίνουν ισχυροί ψυχολογικοί παράγοντες, οι οποίοι παραλύουν κάθε προσπάθεια. Μερικοί από τους εν λόγω παράγοντες είναι προφανείς. Η δίψα της εξουσίας της κρατούσης τάξεως είναι, σε όλα τα κράτη, αντίθετη προς κάθε περιορισμό της εθνικής κυριαρχίας. Αυτή η υπέρμετρη επιθυμία πολιτικής εξουσίας συμβαδίζει με τους στόχους εκείνων, οι οποίοι αποβλέπουν μόνο σε οικονομικά πλεονεκτήματα. Αναφέρομαι, κυρίως, σε αυτή την περιορισμένη, αλλά αποφασιστική ομάδα, η οποία, δραστήρια σε κάθε κράτος και αδιάφορη προς κάθε «κοινωνικό περιορισμό», βλέπει στον πόλεμο, δηλαδή στην κατασκευή και πώληση πυρομαχικών, απλώς και μόνο μια ευκαιρία προωθήσεως των ατομικών της συμφερόντων. Πώς είναι δυνατόν αυτή η μειονότητα να κατορθώνει να υποδουλώνει στην απληστία της την μάζα του λαού, η οποία το μόνο που περιμένει από ένα πόλεμο είναι να υποφέρει και να χάσει;
Μια λογική απάντηση θα ήταν ότι η μειονότητα, η οποία εκ περιτροπής κατέχει την εξουσία, εξουσιάζει πριν απ’ όλα το σχολείο και τον Τύπο και, επιπλέον, τις θρησκευτικές οργανώσεις. Αυτό της επιτρέπει να κατευθύνει και να παραπλανά τα αισθήματα της μάζας, καθιστώντας την όργανο της πολιτικής της.
Ωστόσο, και αυτή η απάντηση δεν δίνει μια ολοκληρωμένη εξήγηση και προκαλεί ένα επόμενο ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν η μάζα να αφήνεται να εξάπτεται με τα μέσα που αναφέραμε, φθάνοντας στο πάθος και το ολοκαύτωμά της;
Στο ερώτημα αυτό υπάρχει μια δυνατή απάντηση: Γιατί στον άνθρωπο είναι έμφυτη η ευχαρίστηση του μίσους και της καταστροφής.
Υπό ομαλές συνθήκες, το πάθος αυτό παραμένει εν υπνώσει και αφυπνίζεται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Είναι εύκολο όμως το πάθος αυτό να μεταβληθεί σε ομαδική ψύχωση. Φθάνουμε έτσι στο τελευταίο ερώτημα: Είναι δυνατόν να καθοδηγηθεί η ψυχολογική ανάπτυξη του ανθρώπου έτσι ώστε να καταστεί ικανός να αντισταθεί στην ψύχωση του μίσους και της καταστροφής;
Δεν αναφέρομαι εδώ μόνο στις λεγόμενες αμόρφωτες μάζες. Η πείρα αποδεικνύει ότι εκείνη που υποκύπτει πρώτη σε αυτές τις ομαδικές καταστρεπτικές υποβολές, είναι η λεγόμενη «διανόηση». Γιατί ο διανοούμενος δεν έχει άμεση επαφή με την σκληρή πραγματικότητα, την οποία ζει μέσα από την πιο εύκολη συνοπτική μορφή της: την τυπωμένη σελίδα.
Καταλήγω: Αναφέρθηκα έως τώρα σε πολέμους μεταξύ κρατών, δηλαδή σε διεθνείς πολέμους. Έχω όμως πλήρη επίγνωση του γεγονότος ότι το επιθετικό ένστικτο ενεργεί και υπό άλλες συνθήκες: αναφέρομαι στους εμφυλίους πολέμους π.χ., τους οφειλόμενους κάποτε σε θρησκευτικό φανατισμό και κάποτε, όπως σήμερα σε κοινωνικούς παράγοντες, ή ακόμη στις φυλετικές καταστάσεις μειονοτήτων.
Ξέρω ότι στα βιβλία σας μπορούμε να βρούμε σαφείς ή έμμεσες απαντήσεις σε όλα τα ερωτηματικά αυτού του προβλήματος, που είναι και επείγον και απαράγραπτο. Θα ήταν ωστόσο πάρα πολύ χρήσιμο σε όλους μας, αν μας εκθέσετε το πρόβλημα της παγκοσμίου ειρήνης υπό το φως των τελευταίων ανακαλύψεών σας, γιατί αυτό θα μας δείξει τον δρόμο για νέους και αποτελεσματικούς τρόπους δράσης.
Εγκάρδια δικός σας,
ΑΛΜΠΕΡΤ ΑΙΝΣΤΑΙΝ
Βιέννη Σεπτέμβριος 1932»
Παρακάτω παρατίθεται η απάντηση του Φρόιντ προς το ερώτημα του Αϊνστάιν:
«Αγαπητέ κ. Αϊνστάιν
Αρχίζετε με τη σχέση μεταξύ νόμου και δυνάμεως. Μπορώ να αντικαταστήσω τη λέξη «δύναμη» με την πιο σκληρή και ωμή λέξη «βία»; Δίκαιο και βία αποτελούν για μας όρους εκ διαμέτρου αντιθέτους.
Είναι εύκολο να αποδείξουμε ότι το ένα ανεπτύχθη από το άλλο. Και, αν ανατρέξουμε στην αρχαιότητα για να επαληθεύσουμε ότι αυτό ίσχυε ανέκαθεν, η λύση του προβλήματος δεν θα είναι δύσκολη.
Οι συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των ανθρώπων λύονται κατ’ αρχήν με τη χρήση βίας. Αυτό συμβαίνει σε όλο το ζωικό βασίλειο, στο οποίο ανήκει και ο άνθρωπος. Στον άνθρωπο, όμως, θα πρέπει, για την αλήθεια, να προσθέσουμε και τις ιδεολογικές συγκρούσεις οι οποίες, προκειμένου να είναι αποφασιστικές απαιτούν μια άλλη τακτική. Αυτό όμως συνέβη αργότερα, όπως θα δούμε συνέχεια.
Αρχικά, σε μια μικρή ανθρώπινη ομάδα, η μεγαλύτερη μυϊκή δύναμη αποφάσιζε σε ποιον θα ανήκε κάτι, ή τίνος η θέληση θα επικρατούσε. Σύντομα όμως η μυϊκή δύναμη αντικαταστάθηκε από την χρήση οργάνων: νικούσε όποιος είχε το καλύτερο όπλο, ή το χρησιμοποιούσε με περισσότερη επιτηδειότητα.
Με την εμφάνιση των όπλων, η πνευματική υπεροχή αρχίζει και παίρνει τη θέση της κτηνώδους μυϊκής δυνάμεως, παρ’ όλο ότι ο τελικός σκοπός του αγώνος παραμένει ο ίδιος: το ένα από τα δύο μέρη υποχρεώνεται να παραιτηθεί από τις διεκδικήσεις του, ή τις αντιρρήσεις του.
Αυτό επιτυγχάνεται κατά τρόπο ριζικότερο, όταν η βία εξουδετερώνει οριστικά τον αντίπαλο, δηλαδή τον σκοτώνει. Το σύστημα αυτό έχει δύο πλεονεκτήματα: ότι ο αντίπαλος δεν μπορεί να ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες και ότι η τύχη του αποθαρρύνει τους άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του.
Καμία φορά, όμως, την απόφαση του φόνου ανατρέπει η σκέψη ότι ο εχθρός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε υπηρετικά καθήκοντα, εάν τρομοκρατηθεί και του χαριστεί η ζωή.
Στην περίπτωση αυτή η βία περιορίζεται να κάνει υποχείριο της αντί να τον σκοτώσει.
Αλλά ο νικητής θα έχει στο εξής να αντιμετωπίζει την μανία της εκδικήσεως του ηττημένου, ο οποίος θα βρίσκεται σε συνεχή αναμονή.
Αυτή, λοιπόν, ήταν αρχικά η κατάσταση: η επικράτηση του ισχυροτέρου, της κτηνώδους βίας, ή της βίας που την στήριζε η ευφυΐα.
Γνωρίζουμε ότι αυτό το καθεστώς μετεβλήθη στην διάρκεια της εξελίξεως, ότι ένας δρόμος οδήγησε από την βία στο δίκαιο, στο νόμο. Ποιος, όμως;
Κατά την γνώμη μου, εκείνος ο δρόμος που περνούσε από την διαπίστωση ότι η μεγαλύτερη δύναμη του ενός μπορούσε να αντιμετωπισθεί από την ένωση των περισσοτέρων αδυνάτων.
Η βία καταπολεμείται από την συνένωση των πολλών και η δύναμη αυτών που συνενώθηκαν εκπροσωπεί τώρα το δικαίωμα της αντιθέσεως στην βία του ενός.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το δίκαιο είναι η δύναμη μιας κοινότητος. Η οποία παραμένει πάντα βία, έτοιμη να εκδηλωθεί εναντίον εκείνου που της αντιτίθεται, ενεργεί με τα ίδια μέσα, ακολουθεί τους ίδιους σκοπούς.
Στην πραγματικότητα, η μόνη διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι δεν θριαμβεύει πια η βία του ενός αλλά η βία της κοινότητος.
Αλλά για να πραγματοποιηθεί αυτό το πέρασμα της βίας στο νέο δίκαιο, πρέπει να εκπληρωθεί μια ψυχολογική προϋπόθεση.
Η ένωση των πολλών θα πρέπει να είναι μόνιμη, σταθερή. Εάν πραγματοποιηθεί μόνο προς τον σκοπό να καταπολεμηθεί ο προπέτης για να διαλυθεί μετά την ήττα του, δεν επιτυγχάνεται τίποτα.
Ο πρώτος που θα θεωρούσε τον εαυτό του ισχυρότερο, θα φιλοδοξούσε εκ νέου να κυριαρχήσει δια της βίας, και το παιχνίδι θα επαναλαμβανόταν χωρίς τέλος.
Η κοινότητα οφείλει να παραμένει συνεχώς ηνωμένη, να προδιαγράψει τους κανόνες που θα προλαμβάνουν τις ανταρσίες, να διορίσει τα όργανα τα οποία θα αγρυπνούν για την τήρηση των κανόνων, των νόμων, και τα οποία όργανα θα προνοούν για την εκτέλεση των νομίμων πράξεων βίας.
Σε μια παρόμοια κοινότητα συμφερόντων δημιουργούνται μεταξύ των μελών μιας ενωμένης ανθρώπινης ομάδος συναισθηματικοί δεσμοί, κοινά αισθήματα στα οποία στηρίζεται η πραγματική της δύναμη.
Το πράγμα είναι απλό, σε όσο διάστημα η κοινότητα αποτελείται από ορισμένα άτομα εξίσου ισχυρά, οι νόμοι αυτής της «ομάδος» καθορίζουν μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να περιορισθεί η ελευθερία του κάθε ατόμου να χρησιμοποιεί την δύναμη του κατά τρόπο βίαιο, ώστε να καταστήσει δυνατή μια ασφαλής κοινή ζωή.
Ένα όμως παρόμοιο ειρηνικό καθεστώς είναι νοητό μόνο θεωρητικά Γιατί στην πραγματικότητα, οι περιστάσεις περιπλέκονται, για τον λόγο ότι η κοινότητα, ευθύς εξ αρχής, περιλαμβάνει εξ ίσου δυναμικά, άνδρες και γυναίκες, γονείς και παιδιά, και σύντομα, συνεπεία του πολέμου και των καθυποτάξεων, νικητές και ηττημένους, οι οποίοι μεταβάλλονται σε κυρίους και σκλάβους. Το δικαίωμα της κοινότητος καθίσταται τότε έκφραση της σχέσεως άνισων δυνάμεων στο εσωτερικό της, οι νόμοι γίνονται από, και για εκείνους, που διοικούν, οι οποίοι παραχωρούν ελάχιστα δικαιώματα σε αυτούς που καθυπόταξαν.
Από την στιγμή εκείνη υπάρχουν στην κοινότητα δύο πηγές ανησυχίας, αλλά και
τελειοποιήσεως του νόμου.
Πρώτον, η προσπάθεια του ενός ή του άλλου ατόμου για να υψωθεί υπεράνω των περιορισμών που ισχύουν για όλους, για την επιστροφή συνεπώς από την βασιλεία του νόμου σε εκείνη της βίας και, δεύτερον την συνεχή προσπάθεια των υπηκόων για την απόσπαση περισσότερης εξουσίας και νομιμοποιήσεως αυτών των μεταβολών, δηλαδή από την ισότητα των νόμων για όλους, στην ισότητα των νόμων για μερικούς.
Αυτή η εξελικτική διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική όταν εκδηλώνονται μετατοπίσεις της εξουσίας στο εσωτερικό της κοινότητος, όπως μπορεί να συμβεί λόγω ιστορικών αιτίων.
Το δίκαιον, ο νόμος, μπορεί προσαρμοσθεί βαθμιαίως στις καινούργιες σχέσεις της εξουσίας ή, πράγμα που συμβαίνει συχνότερα, η κυρίαρχη τάξη να μη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει αυτή την μεταβολή, οπότε φθάνουμε στην εξέγερση, στον εμφύλιο πόλεμο, δηλαδή σε μια προσωρινή κατάλυση του νόμου και σε νέες εκδηλώσεις βίας, μετά τις οποίες εγκαθιδρύεται μια νέα τάξη δικαίου.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι και στους κόλπους μιας κοινότητας δεν αποφεύγεται η βίαιη λύση των οικονομικών συγκρούσεων. Αλλά οι ανάγκες και η ταυτότητα των συμφερόντων, που προκύπτουν από την ζωή, ευνοούν μια γρήγορη λύση αυτών των αγώνων, ενώ η πιθανότητα ειρηνικής λύσεως αυτών των καταστάσεων αυξάνει συνεχώς.
Μια ματιά στην ιστορία της ανθρωπότητας, θα μας δείξει μια αδιάκοπη σειρά συγκρούσεων μεταξύ μιας κοινότητος και μιας άλλης, ή μεταξύ πολλών, μεταξύ πόλεων, χωρών, φυλών, λαών, κρατών, οι οποίες γίνονται σχεδόν πάντα δια της προσφυγής στην βία του πολέμου.
Οι πόλεμοι αυτοί καταλήγουν ή σε λεηλασίες ή σε απόλυτη υποταγή του ενός από τον άλλον. Οι κατακτητικοί πόλεμοι δεν μπορούν να κριθούν συνολικά. Μερικοί, όπως των Τούρκων και των Μογγόλων, δεν προκάλεσαν παρά μόνο δυστυχία, ενώ άλλοι αντίθετα, συνετέλεσαν στην μετατροπή της βίας σε νόμο, δημιουργώντας μεγαλύτερες μονάδες, μέσα στις οποίες η δυνατότητα προσφυγής στην βία εξουδετερώνετε, ενώ μια νέα νομοθετική τάξη συμβίβαζε τις διαφορές. Όπως οι κατακτήσεις των Ρωμαίων έδωσαν στις μεσογειακές χώρες το πολύτιμο «Pax Romana».
Η απληστία των Γάλλων βασιλέων να επεκτείνουν τα κτήματά τους δημιούργησε μια Γαλλία ηνωμένη, ευημερούσα. Όσο κι αν αυτό μπορεί να φανεί παράδοξο, θα πρέπει ωστόσο να παραδεχθούμε ότι ο πόλεμος δεν θα ήταν ένα ανάρμοστο μέσον για την εγκαθίδρυση της «αιώνιας» ειρήνης, γιατί επιτρέπει την δημιουργία αυτών των μεγάλων μονάδων μέσα στις οποίες μια ισχυρή κεντρική εξουσία καθιστά αδύνατο τον πόλεμο.
Ωστόσο, δεν το κατορθώνει, γιατί οι επιτυχίες της κατακτήσεως κατά κανόνα δεν διαρκούν.
Για ότι αφορά την εποχή μας οδηγούμεθα στο ίδιο συμπέρασμα, στο οποίο καταλάβατε και εσείς από συντομότερο δρόμο. Μια ασφαλής πρόληψη του πολέμου είναι δυνατή μόνο εάν οι άνθρωποι συμφωνήσουν για την σύσταση μιας κεντρικής εξουσίας, στης οποίας την κρίση θα υποβάλλονται όλες οι διαφορές.
Στην πρόταση αυτή περιέχονται δύο διαφορετικές ανάγκες: η δημιουργία ενός Ανωτάτου Δικαστηρίου και η εξασφάλιση της απαιτούμενης εξουσίας. Η πρώτη χωρίς την δεύτερη δεν θα ωφελούσε σε τίποτα.
Ας εξετάσουμε τώρα μια άλλη από τις προτάσεις σας. Απορείτε ότι είναι τόσο εύκολο να παρασυρθούν οι άνθρωποι στον πόλεμο και υποθέτετε ότι μέσα τους υπάρχει πράγματι μια παρόρμηση προς το μίσος και την καταστροφή.
Συμφωνώ μαζί σας απόλυτα. Πιστεύουμε πράγματι στην ύπαρξη αυτού του ενστίκτου και τα τελευταία χρόνια προσπαθήσαμε να μελετήσουμε τις εκδηλώσεις του. Θα μου επιτρέψετε να εκθέσω μέρος της θεωρίας των ενστίκτων, στην οποίαν φθάσαμε έπειτα από πολλά λάθη και δισταγμούς.
Εικάζουμε ότι οι παρορμήσεις του ανθρώπου είναι δύο ειδών: αυτές που τείνουν να διαιωνίσουν και να ενώσουν και τις οποίες αποκαλούμε ερωτικές και σεξουαλικές, και εκείνες που τείνουν να καταστρέψουν και να σκοτώσουν.
Τα τελευταία αυτά τα αποκαλούμε «επιθετικά ή καταστρεπτικά ένστικτα». Και οι δύο αυτές παρορμήσεις είναι εξ ίσου απαραίτητες, γιατί το φαινόμενο της ζωής εξαρτάται από την συμφωνία και την αντίθεσή τους.
Φαίνεται όμως ότι ουδέποτε μια παρόρμηση του ενός τύπου μπορεί να δράσει μεμονωμένως. Συνδέεται πάντοτε, ή, όπως λέμε, συμμειγνύεται, με ένα ποσοστό της άλλης, το οποίο ποσοστό της μεταβάλλει τους σκοπούς, ή, αναλόγως των περιπτώσεων, επιτρέπει έτσι την επίτευξή τους. Έτσι, π.χ., το ένστικτο της αυτοσυντηρήσεως είναι ασφαλώς ερωτικό, χωρίς αυτό να εμποδίζει να προσφεύγει στην επιθετικότητα για να εκπληρώσει τον σκοπό της.
Οι ανθρώπινες πράξεις αποκαλύπτουν και μια επιπλοκή διαφορετικού είδους. Σπανίως η πράξη είναι έργο ενός μόνο παρορμητικού κινήτρου, το οποίο, εξάλλου, πρέπει να είναι συνδυασμός έρωτα και επιθετικότητας. Κανονικά, πρέπει να συντρέξουν πολλά παρόμοια κίνητρα για να καταστήσουν δυνατή την δράση.
Γι’ αυτό, όταν οι άνθρωποι παρακινούνται στον πόλεμο, μεσολαβεί μέσα τους μια ολόκληρη σειρά από συναίτια κίνητρα, ευγενή και χυδαία.
Τα κίνητρα αυτά δεν χρειάζεται να τα απαριθμήσουμε. Σε αυτά περιλαμβάνεται πάντα η ικανοποίηση της επιθέσεως και της καταστροφής.
Αναρίθμητες ωμότητες της ιστορίας και της καθημερινής ζωής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και τη την δύναμή τους.
Η ανάμιξη αυτών των καταστρεπτικών παρορμήσεων με άλλες παρορμήσεις, ερωτικές και ιδεολογικές, διευκόλυνε φυσικά την εκπλήρωσή τους.
Ξεκινώντας από το δόγμα των παρορμήσεων, φθάνουμε σε ένα τύπο για να προσδιορίσουμε τους έμμεσους δρόμους της καταπολεμήσεως του πολέμου.
Εάν η ροπή προς τον πόλεμο είναι προϊόν της καταστρεπτικής παρορμήσεως, τότε θα πρέπει να ανατρέξουμε για να την καταπολεμήσουμε στην ανταγωνιστική της παρόρμηση: στον έρωτα. Ό,τι προκαλεί συναισθηματικούς δεσμούς στους ανθρώπους, θα πρέπει να ενεργή έναντι του πολέμου.
Και τώρα θα ήθελα να συζητήσω ένα πρόβλημα, το οποίο δεν θίγετε στην επιστολή σας, και το οποίον με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Γιατί αγανακτούμε τόσο εναντίον του πολέμου; Γιατί δεν τον βλέπουμε σαν ένα από τους τόσους και αλγεινούς ολέθρους της ζωής;
Ο πόλεμος φαίνεται να ταυτίζεται με την φύση, απόλυτα δικαιολογημένα και στην πραγματικότητα να θεωρείται αναπόφευκτος.
Μη σας προξενεί φρίκη η ερώτηση. Η απάντηση υπάρχει: γιατί κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα στην ζωή του, γιατί ο πόλεμος καταστρέφει ανθρώπινες ζωές, θέτει τα άτομα υπό ατιμωτικές συνθήκες, τα υποχρεώνει , παρά την θέλησή τους, να σκοτώνουν άλλα άτομα, καταστρέφει πολύτιμες υλικές αξίες, προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας και πολλά άλλα.
Επιπλέον ο πόλεμος υπό την σημερινή του μορφή, δεν δίνει καμιά ευκαιρία εκπληρώσεως του παλαιού ηρωικού ιδεώδους, ενώ ο αυριανός πόλεμος λόγω της τελειοποιήσεως των μέσων καταστροφής, θα σημαίνει την εξόντωση του ενός, ή και των δύο, αντιπάλων. Όλα είναι τόσο αληθινά και αδιαφιλονίκητα, που μας εκπλήττει το γεγονός ότι η προσφυγή στον πόλεμο δεν έχει ακόμη καταργηθεί, βάσει μιας γενικής συμφωνίας της ανθρωπότητας.
Από αμνημονεύτων χρόνων, η ανθρωπότητα υποβάλλεται στην διαδικασία του εκπολιτισμού. Σε αυτό οφείλονται όλα τα δεινά μας. Τα αίτια είναι σκοτεινά, η έκβαση αβέβαιη.
Ίσως οδηγεί στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους, αφ’ ενός γιατί τρέφει τόσες προκαταλήψεις απέναντι στην σεξουαλική λειτουργία, και αφ’ ετέρου γιατί σήμερα πολλαπλασιάζονται δυσανάλογα οι αμόρφωτες μάζες και τα καθυστερημένα στρώματα του πληθυσμού, εν σχέσει με τους μορφωμένους και προοδευμένους.
Ίσως αυτή η διαδικασία να μπορεί να συγκριθεί με την εξημέρωση ορισμένων ζώων, η οποία αναμφίβολα, επιφέρει φυσικές αλλοιώσεις. Δεν έχουμε ακόμη συνηθίσει στην ιδέα ότι η εξέλιξη του πολιτισμού είναι μια παρόμοια οργανική διαδικασία.
Από τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του πολιτισμού, δύο φαίνονται τα πιο σημαντικά: η ενίσχυση της νοήσεως, η οποία αρχίζει να κυριαρχεί των παρορμήσεων και η εσωστρέφεια της επιθετικότητας, με όλα τα πλεονεκτήματα και τους κινδύνους που επακολουθούν. Όμως ο πόλεμος έρχεται σε πλήρη αντίφαση προς τον ψυχικό μας κόσμο, όπως τον διαμόρφωσε ο πολιτισμός. Δεν τον ανεχόμαστε πια, δεν πρόκειται μόνο για μια πνευματική άρνηση, για μας τους ειρηνιστές ο πόλεμος είναι αφόρητος εξ ιδιοσυγκρασίας.
Πόσο πρέπει να περιμένουμε ώστε και οι άλλοι να γίνουν ειρηνιστές; Δεν μπορούμε, να το ξέρουμε, ίσως όμως να μην αποτελεί μια ουτοπιστική ελπίδα, ότι η επιρροή δύο παραγόντων, ή η όλο και πιο πολιτισμένη μας στάση και ο δικαιολογημένος φόβος των συνεπειών ενός ολοκληρωτικού πολέμου, θα τερματίσει τον πόλεμο στο προσεχές μέλλον. Με ποιο τρόπο, δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε. Στο μεταξύ, όμως, μπορούμε να πούμε:
Όλα όσα συντελούν στην εκπολιτιστική ανάπτυξη, εργάζονται εναντίον του πολέμου.
Σάς χαιρετώ εγκάρδια. Και σας ζητώ συγνώμη αν οι παρατηρήσεις μου σας απογοήτευσαν.
ΣΙΓΚΜΟΥΝΤ ΦΡΟΥΝΤ»

Δεν μπορεί κανείς να πολεμήσει το μίσος με μίσος, τη βία με βία και τον πόλεμο με πόλεμο. Ο νόμος της αγάπης αντιτίθεται του νόμου του ισχυρού. Για να καταφέρουμε να κατακτήσουμε το νόμο της αγάπης θα πρέπει να αποδεσμευτούμε από τα συμφέροντά μας που μας οδηγούν αναπόφευκτα στην επικράτηση του νόμου του ισχυρού.