Wednesday, March 1, 2017

And the Oscar goes to...


     Πάντα υπήρχαν άνθρωποι που τολμούσαν να θίξουν τα κακώς κείμενα της εποχής τους και πάντα υπήρχαν κι εκείνοι που χωρίς να μιλήσουν, κατάφερναν να πουν πολλά.
Ο λόγος για τον Τσάρλι Τσάπλιν!
Γεννημένος το 1889 στην Αγγλία, ο Τσάρλι Τσάπλιν ξεκίνησε από μικρός την καριέρα του στο χώρο του θεάτρου και αργότερα του κινηματογράφου, κυρίως εξαιτίας του χωρισμού των γονιών του και του θανάτου του πατέρα του, που τον ανάγκασαν από νωρίς να αναζητήσει εργασία. Για να κερδίσει το μεροκάματο της οικογένειας αυτοσχεδίαζε μικρά χορευτικά στους δρόμους του κακόφημου Λονδίνου και μάζευε τις πενταροδεκάρες των περαστικών.
Οι παλιές γνωριμίες των γονιών του τον βοήθησαν ωστόσο να βρει μία κανονική δουλειά στον παιδικό χορευτικό θίασο των «Eight Lancashire Lads». Σε ηλικία οκτώ ετών ήταν ήδη επαγγελματίας ηθοποιός, που ερμήνευε παιδικούς ρόλους σε παραστάσεις στο Λονδίνο και στα 17 του έγινε μέλος του επιτυχημένου τότε θιάσου του Φρεντ Κάρνο, με τον οποίον έκανε δύο περιοδείες στην Αμερική.
 Φθάνοντας στο Λος Άντζελες, τον Δεκέμβριο του 1913, ήταν ήδη αποφασισμένος να μη γυρίσει πίσω στην Αγγλία. Η πρώτη ταινία του «Making a living» (1914) δεν ενθουσίασε τους παραγωγούς του εκκολαπτόμενου τότε Χόλυγουντ, οι οποίοι όμως διέκριναν στον άγγλο κωμικό με το αστείο περπάτημα ένα ξεχωριστό ταλέντο. Ο Τσάπλιν ήθελε να κατακτήσει το καινούργιο μαζικό είδος διασκέδασης, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη όλη την εμπειρία του πλανόδιου θεατρίνου.
Λίγους μήνες αργότερα και με 11 ταινίες στο ενεργητικό του νιώθει ήδη «βετεράνος» ηθοποιός, έτοιμος να πάρει ο ίδιος την κάμερα στα χέρια του. Είναι η εποχή του πειραματισμού, μέσα από τον οποίο θα γεννηθεί η τόσο οικεία και παγκοσμίως αναγνωρίσιμη εικόνα του Σαρλό: του καλοκάγαθου αλητάκου με το κοντό μαύρο μουστάκι, τα υπερμεγέθη παπούτσια, το ημίψηλο καπέλο σε μικρότερο από το κανονικό νούμερο και το μπαστούνι από μπαμπού, που προσπαθεί να επιβιώσει, διατηρώντας την αξιοπρέπειά του μέσα σ’ ένα κόσμο κοινωνικής αδικίας και ανισότητας.
Το 1921 βγαίνει στις αίθουσες το «Χαμίνι», το οποίο μένει στην ιστορία ως το πρώτο αριστούργημά του. Εν τω μεταξύ, τα φτωχικά νιάτα του είναι μια μακρινή ανάμνηση. Με το νέο συμβόλαιο που υπογράφει στην εταιρεία Mutual, ο Τσάπλιν γίνεται ο πιο ακριβοπληρωμένος άνθρωπος στο Χόλυγουντ. Διανύει την πιο δημιουργική περίοδο της καριέρας του, καθώς αναδεικνύεται σε ανυπέρβλητο μάστορα της παντομίμας, ικανό να οδηγεί τους θεατές του από το γέλιο στο δάκρυ με μία απλή έκφραση ή χειρονομία.
Το 1919 ιδρύει τη United Artists μαζί με δύο ακόμη μεγάλους ηθοποιούς της εποχής του, τη Μαίρη Πίκφορντ και τον Ντάγκλας Φέρμπανκς, και συνεχίζει τις εισπρακτικές επιτυχίες του, αγνοώντας για αρκετά χρόνια τη νέα τεχνολογία του ομιλούντος κινηματογράφου, φοβούμενος ότι η ουσία της τέχνης του, η παντομίμα, θα εξαφανιζόταν ανάμεσα στους διαλόγους. Έργα του, όπως «Τα φώτα της πόλης» και οι «Μοντέρνοι καιροί» ήταν βωβές ταινίες που γνώρισαν τεράστια επιτυχία την εποχή του ομιλούντος κινηματογράφου. Το 1940 γύρισε την πρώτη του ομιλούσα ταινία, τον «Μεγάλο Δικτάτορα», που ήταν μια σάτιρα του Αδόλφου Χίτλερ.
Αναλάμβανε ο ίδιος την μουσική επένδυση των ταινιών του, αποτελώντας μια σπάνια περίπτωση καλλιτέχνη που όχι μόνο χρηματοδότησε και ανέλαβε την παραγωγή όλων των ταινιών του, αλλά ήταν ακόμη ο συγγραφέας, ο πρωταγωνιστής, ο σκηνοθέτης και ο συνθέτης της μουσικής τους.
Οι θεατές όλου του κόσμου μπορεί να λάτρεψαν τον Τσάπλιν, οι επικριτές του όμως στην Αμερική δεν ήταν λίγοι. Αιτίες ήταν άλλοτε τα πολιτικά του φρονήματα (κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής από το μακαρθικό λόμπι του Χόλυγουντ και πικραμένος αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία το 1952) και άλλοτε η προσωπική ζωή του.
Προς το τέλος του πολέμου, η άρνηση του να στηρίξει ανοιχτά την πολεμική προσπάθεια και δύο φιλοκομμουνιστικές (για τα αμερικάνικα δεδομένα) διαλέξεις τον έβαλαν στο στόχαστρο της δικαιοσύνης. Ο εισαγγελέας του απαγγέλει κατηγορίες σύμφωνα με το νόμο Μανν για σωματεμπορία, προαγωγή στην πορνεία και ανηθικότητα. Αν και αθωώνεται λίγα χρόνια αργότερα, η δίκη καταστρέφει για πάντα τη δημόσια του εικόνα.
Παράλληλα, με την άνοδο του Μακαρθισμού στις ΗΠΑ, ο Τσάπλιν γίνεται στόχος του FBI για τις αριστερές του πεποιθήσεις. Το 1952 και ενώ ήταν στο Λονδίνο για την πρεμιέρα μιας ταινίας, το FBI προσπάθησε να ανακαλέσει την άδεια εισόδου στις ΗΠΑ. Κουρασμένος από τις διώξεις, ο Τσάπλιν παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια επιστροφής δηλώνοντας ότι «για φιλελεύθερα άτομα όπως ο ίδιος, δε συντρέχουν οι συνθήκες για καλλιτεχνική δημιουργία στην Αμερική».
Το 1972, αποδέχθηκε την πρόσκληση της Ακαδημίας Κινηματογράφου και επέστρεψε στην πόλη που τον έκανε διάσημο, για να παραλάβει το τιμητικό του Όσκαρ. Ο Τσάρλι Τσάπλιν δεν ήταν απλά θρύλος, ήταν ένα κινηματογραφικό έμβλημα. Εκείνη τη βραδιά όλοι ήταν ηλεκτρισμένοι, από το γεγονός και μόνο ότι βρίσκονταν στον ίδιο χώρο μ’ αυτόν.
Αυτή η ατμόσφαιρα κράτησε μέχρι το τέλος της τηλεοπτικής μετάδοσης, ακόμα και μετά την βράβευση του «Ανθρώπου από τη Γαλλία», του Γουίλιαμ Φρίντκιν, με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Ο τότε πρόεδρος της Ακαδημίας, Ντάνιελ Τάραντας, ανέβηκε τότε στη σκηνή για να παρουσιάσει ένα σύντομο φιλμικό κλιπ-ρετροσπεκτίβα της καριέρας του Τσάπλιν.
Όταν άναψαν τα φώτα, ο Τσάπλιν βρισκόταν ήδη στη σκηνή, και το κοινό σηκώθηκε όρθιο για να χαρίσει στον μεγάλο αυτό καλλιτέχνη, το πιο θερμό και διαρκές χειροκρότημα στην ιστορία του θεσμού. Η έκπληξη και η συγκίνησή του, ήταν εμφανείς, βλέποντας όλο το Χόλυγουντ της εποχής να τον χειροκροτεί, με τόση αγάπη και σεβασμό.


Λίγα χρόνια αργότερα, τα Χριστούγεννα του 1977, σε ηλικία 88 ετών, άφησε την τελευταία του πνοή στο Βεβέ της Ελβετίας.