Thursday, February 16, 2017

Ευρωπαϊκές Πολιτιστικές Πρωτεύουσες: μια παράδοση που έγινε θεσμός

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Ένας από τους πιο γνωστούς και πλέον παραδοσιακούς θεσμούς έκφρασης της λεγόμενης «πολιτιστικής πολυμορφίας» στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι αυτός της «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης». Μια διοργάνωση που ξεκίνησε από την Αθήνα, κατά τη δεκαετία του 1980, ως μια τυπική συνάντηση των Υπουργών Πολιτισμού των κρατών μελών της τότε Κοινότητας. Έφτασε σήμερα, 35 χρόνια μετά, να αποτελεί το καλώς εννοούμενο «μήλον της έριδος» κάθε πόλης που διεκδικεί για τον πολυπόθητο τίτλο για μια χρονιά.

Στα ακόλουθα παρουσιάζονται, ύστερα από μια σύντομη ιστορική αναδρομή, τα ευεργετήματα που προσφέρει στην τιμώμενη πόλη (ή πόλεις σήμερα, καθώς μπορούν και περισσότερες να φέρουν ταυτόχρονα τον τίτλο), αλλά και τα «τρωτά» σημεία της πρώτης αυτής προσπάθειας πολιτισμικής σύγκλισης των Ευρωπαίων στο πλαίσιο του σύγχρονου σχεδίου της ολοκλήρωσης.

Η εκδήλωση «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» προσφέρει σε ευρωπαϊκές πόλεις την ευκαιρία να παρουσιάσουν ένα μονοετές πολιτιστικό πρόγραμμα, το οποίο καταδεικνύει τον πλούτο, την πολυμορφία και τα κοινά χαρακτηριστικά των πολιτισμών της Ευρώπης. Πρόκειται για έναν από τους πιο εμβληματικούς και ιστορικούς θεσμούς που έχουν καθιερωθεί στον πολιτιστικό τομέα από τις πρώτες δεκαετίες ύπαρξης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και μέχρι σήμερα.

Η απονομή του τίτλου σε μία πόλη δεν πραγματοποιείται λόγω των όσων η συγκεκριμένη πόλη είναι ή έχει διοργανώσει μέχρι εκείνη τη στιγμή, αλλά λόγω των όσων δεσμεύεται να υλοποιήσει και να προβάλλει κατά τη διάρκεια του έτους που θα φέρει τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης.

Η αρχική πρωτοβουλία ανήκε στην Ελληνίδα Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη. Το 1985, το Συμβούλιο Υπουργών ενέκρινε Ψήφισμα για την καθιέρωση εκδηλώσεων εορτασμού για την «Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πόλη», με την Αθήνα να γίνεται η πρώτη πόλη που εγκαινίασε τον νέο θεσμό, το ίδιο έτος.
Μελίνα Μερκούρη

Στο «γενέθλιο» κείμενο της πρωτοβουλίας, τονίζεται ότι βασικός στόχος των εκδηλώσεων της «ευρωπαϊκής πολιτιστικής πόλης» είναι «η έκφραση ενός πολιτισμού ο οποίος, τόσο στην ιστορική του εμφάνιση όσο και στη σύγχρονή του ανάπτυξη, χαρακτηρίζεται από την παρουσία κοινών στοιχείων και από πλούτο ποικιλίας». Αμέσως μετά, δηλώνεται η σαφώς προνοητική αντίληψη οι εκδηλώσεις που θα λάβουν χώρα να βοηθήσουν στην προσέγγιση των λαών των κρατών μελών, λαμβάνοντας υπόψη «ευρύτερες ευρωπαϊκές πολιτιστικές συγγένειες». Τουτέστιν, η όποια σχετική εκδήλωση ανάδειξης μίας ευρωπαϊκής πόλης ως πολιτιστικής πρωταγωνίστριας για ένα έτος δεν θα πρέπει να θεωρείται ευκαιριακό γεγονός για εθνικού χαρακτήρα θεάματα, αλλά αφορμή ανάδειξης της πόλης σε φορέα κοινών ευρωπαϊκών πολιτιστικών δεδομένων. Παρακάτω αναλύεται περαιτέρω η σχετική κριτική που έχει δεχθεί ο θεσμός από τη θεωρία, καθώς και ο αντίλογος σε αυτή.

Στην αρχική εκείνη συμφωνία των Υπουργών Πολιτισμού, μόνο μία θα ήταν η πόλη που θα αναλάμβανε τον ρόλο της πολιτιστικής πόλης για την Ευρώπη ανά έτος, κάτι που πλέον έχει αλλάξει. Τα κράτη μέλη διαδέχονται το ένα το άλλο κατ' αρχήν κατ' αλφαβητική σειρά. Μπορούν ωστόσο να αλλάξουν τη σειρά μετά από συμφωνία. Ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δεν προβλεπόταν στην πρώτη εκείνη φάση της πρωτοβουλίας. Την ευθύνη για την οργάνωση και χρηματοδότηση των εκδηλώσεων είχε η δημόσια αρχή που θα οριζόταν από το κράτος μέλος (συνήθως, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης). Υποχρέωση των κρατών μελών είναι, επίσης, η όσο το δυνατόν ευρύτερη επικοινωνιακή προώθηση του θεσμού και η διάδοση των σχετικών εκδηλώσεων, με σκοπό τη δημιουργία καλλιτεχνικού αντίκτυπου εκτός των εθνικών και ει δυνατόν και των ευρωπαϊκών συνόρων.


Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι αρκετές Ευρωπαϊκές πόλεις έχουν χρησιμοποιήσει τη χρονιά της πολιτιστικής πόλης για να μεταμορφώσουν ολοκληρωτικά την πολιτιστική τους βάση και, κατ’ επέκταση, την εικόνα τους στο διεθνή χώρο.

Ο ορισμός των ευρωπαϊκών πολιτιστικών πόλεων έως το 2004 γινόταν με την κλασική διακυβερνητική διαδικασία, δηλαδή με ομόφωνη απόφαση των Αρχηγών των Κρατών ή Κυβερνήσεων. Από το 2005 η διαδικασία άλλαξε και πλέον στον ορισμό της πόλης ή των πόλεων έχουν λόγω όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.

Το 1990 οι Υπουργοί Πολιτισμού εγκαινίασαν και τον θεσμό του «Ευρωπαϊκού πολιτιστικού μήνα». Το γεγονός αυτό είναι παρόμοιο με την Ευρωπαϊκή πολιτιστική πόλη (πλέον «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης), αλλά διαρκεί λιγότερο και απευθύνεται συγκεκριμένα σε χώρες της ανατολικής και κεντρικής Ευρώπης. Η Επιτροπή παρέχει μία επιδότηση για τον ευρωπαϊκό πολιτιστικό μήνα κάθε χρόνο.

Από το 1999 ο θεσμός μετονομάστηκε σε «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης», γεγονός που προσέδωσε ακόμη μεγαλύτερη αίγλη και εμβέλεια στις σχετικές εκδηλώσεις, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000».

Μέχρι σήμερα μόνο πόλεις κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν λάβει τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Ωστόσο, έχει κατοχυρωθεί θεσμικά η δυνατότητα και μη ευρωπαϊκές πόλεις να χρηστούν πολιτιστικές πρωτεύουσες, αρκεί η σχετική απόφαση να ληφθεί ομοφώνως από το Συμβούλιο. Παράδειγμα τέτοιας πόλης αποτελεί και η Κωνσταντινούπολη, που κατέστη ευρωπαϊκή πολιτιστική πρωτεύουσα για το 2010.

Το 2006 το πλαίσιο δράσης για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης τροποποιήθηκε και κατέστη πιο λεπτομερές, με την Απόφαση 1622/2006/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.

Η απόφαση αυτή προσδιόρισε ακροθιγώς την κοινοτική δράση ως προς τον θεσμό για τα έτη 2007 έως 2019, καθώς και τη διαδικασία επιλογής των πόλεων για τον τίτλο από το 2013 έως το 2019.



Το πολιτιστικό πρόγραμμα και η ευρωπαϊκή διάστασή του

Κάθε υποψήφια χώρα θα συμπεριλαμβάνει ένα πολιτιστικό πρόγραμμα με ευρωπαϊκή διάσταση, το οποίο πρέπει να βασίζεται στους στόχους της πολιτιστικής συνεργασίας που ορίζονται στο άρθρο 167 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πρόγραμμα πρέπει να πληροί ορισμένα κριτήρια, τα οποία χωρίζονται σε δύο κατηγορίες:

  1. Στην «ευρωπαϊκή διάσταση», η οποία περιλαμβάνει την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ πολιτιστικών φορέων σε όλα τα επίπεδα. Το πρόγραμμα πρέπει επίσης να αναδεικνύει τον πλούτο της πολιτιστικής πολυμορφίας της Ευρώπης και τις κοινές πτυχές των ευρωπαϊκών πολιτισμών.
  2. «Πόλη και πολίτες», με στόχο να κεντρίσει το ενδιαφέρον των πολιτών για την εκδήλωση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη πολιτιστική ανάπτυξη της πόλης.
Το πρόγραμμα συνήθως διαρκεί ένα έτος. Από το 2010 η Επιτροπή επιβραβεύει την ποιότητα των ετοιμασιών με την απονομή επάθλου στη νικήτρια πόλη, με την ονομασία «Βραβείο Μελίνα Μερκούρη» (χρηματοδοτούμενο από το πρόγραμμα «Πολιτισμός» 2007-2013 και πλέον το πρόγραμμα «Δημιουργική Ευρώπη» 2014-2020), ύψους 1,5 εκατομμυρίου ευρώ.
Στο κύριο σώμα της Απόφασης 1622/2006/ΕΚ αναλύεται η διαδικασία επιλογής της πόλης ή των πόλεων για τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας, καθώς από το 2011 δύο πόλεις από δύο διαφορετικά κράτη μέλη μπορούν να μοιράζονται τον τίτλο για ένα έτος. Η ρύθμιση αυτή αποσκοπεί στην άμβλυνση των σκληρών ανταγωνισμών για την απόκτηση του τίτλου.

Καλές πρακτικές
Ακολουθεί παράθεση βέλτιστων πρακτικών και στρατηγικών που έχουν ακολουθήσει από το 1985 μέχρι σήμερα ορισμένες από τις 60 πόλεις από 30 χώρες που τιμήθηκαν με τον τίτλο της «Πολιτιστικής Πόλης» και πλέον «Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης».
Αποκατάσταση, μετατροπή ή ανακατασκευή πολιτιστικών και άλλων κτηρίων

  1. Η Βαϊμάρη το 1999 ανακαίνισε τον σιδηροδρομικό σταθμό της.
  2. Η Κοπεγχάγη το 1996 μετέτρεψε τα πρώην ναυπηγεία της, για να στεγάσει ακαδημίες.
  3. Η Θεσσαλονίκη το 1997 και το Πόρτο το 2001 πραγματοποίησαν έργα αστικής ανάπλασης μεγάλης κλίμακας.
  4. Το Λουξεμβούργο το 1995 ανέθεσε στον παγκοσμίου φήμης αρχιτέκτονα IM Pei τον σχεδιασμό του μουσείου σύγχρονης τέχνης και στον Γάλλο αρχιτέκτονα Christian de Portzamparc την κατασκευή ενός υπέροχου νέου μεγάρου μουσικής της Φιλαρμονικής του Ορχήστρας.
Προσδιορισμός και ανάδειξη πτυχών της ευρωπαϊκής ιστορίας, της ταυτότητας και της πολιτιστικής κληρονομιάς της ανακηρυχθείσας πόλης

  1.  Ο ρόλος της Γένοβας στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα,
  2.    Η σημασία του προσκυνήματος του Santiago de Compostela για τους Ευρωπαίους ταξιδιώτες
  3.   Το Λουξεμβούργο ως γενέτειρα του Robert Schuman
  4.   Οι πολυάριθμες ιδεολογίες και τα πολιτιστικά στοιχεία που σχετίζονται με τη Βαϊμάρη
  5.   Η έκθεση στη Μπριζ ως ευρωπαϊκό σταυροδρόμι
  6.   Ο Έρασμος στο Ρότερνταμ
  7. Η έκθεση για τον Μέγα Αλέξανδρο στη Θεσσαλονίκη

Έργα που θεωρήθηκαν ως τα πιο επιτυχημένα από την άποψη της προβολής και της συμμετοχής του κοινού 

  1.   Έκθεση La Beauté στην Αβινιόν (συμμετοχή: 200.000) (2000) 
  2.   Έκθεση Van Eyck στη Μπριζ (συμμετοχή: 322.000) (2002) 
  3.   Εκθέσεις Rubens στη Λιλ (συμμετοχή: 300.000) και τη Γένοβα (2004)
  4.  Έκθεση του Ιερώνυμου Μπος στο Ρότερνταμ (συμμετοχή: 200.000) (2001)
  5.  Θησαυροί του Αγίου Όρους στη Θεσσαλονίκη (συμμετοχή: 700.000)  (1997) 
  6.  Συναυλία των Rolling Stones στο Λουξεμβούργο (συμμετοχή: 60.000) (1995)
  7.  Συναυλίες των Oasis και του Van Morrison στη Σαλαμάνκα (2002)
  8. Cutty Sark Tall Ships Race στην Κοπεγχάγη και το Ελσίνκι (2002)
  9. Συνάντηση διάσημων ποιητών στην Κρακοβία (2000)
Συμπερασματικά για τον θεσμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, σημειώνεται η άποψη του εξωτερικού αξιολογητή του προγράμματος «Πολιτισμός» 2007-2013, το οποίο αναλύεται περαιτέρω στην επόμενη υποενότητα: «Ο τίτλος της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης άφησε συχνά μια μόνιμη κληρονομιά για τις αντίστοιχες πόλεις με τη μορφή νέων πολιτιστικών υποδομών και δραστηριοτήτων, μεγαλύτερης ικανότητας στο πλαίσιο του τοπικού πολιτιστικού τομέα και της πολιτιστικής διακυβέρνησης, μιας πιο δυναμικής πολιτιστικής σκηνής και μιας πραγματικά βελτιωμένης εικόνας».

Μολονότι ο θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης αποτελεί πλέον το παλαιότερο και κλασικότερο μέσο προβολής της ευρωπαϊκής πολιτιστικής πολυμορφίας, η διατήρησή του, ο εκσυγχρονισμός των δράσεων που τον αποτελούν και η διαρκώς εντεινόμενη άμιλλα των ευρωπαϊκών πόλεων να διεκδικήσουν τον τίτλο, φανερώνουν τα πολλαπλά οφέλη του εγχειρήματος. Η αξιολόγηση υπογραμμίζει την προστιθέμενη αξία που προσδίδει στον πολιτιστικό χαρακτήρα μίας πόλης ο θεσμός, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διαχρονικότητα, τη βιωσιμότητα και την καταλληλότητά του ως εργαλείου ανάδειξης της πολιτισμικής διαφορετικότητας αλλά και της κοινής ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.



Κριτική προσέγγιση

Πάφος: Ευρωπαϊκή Πολιτιστική Πρωτεύουσα, 2017
Ο θεσμός της «Ευρωπαϊκής Πολιτιστικής Πόλης» γνώρισε ιδιαίτερη άνθιση μετά το 1990, όντας τότε το κύριο επικοινωνιακό εργαλείο της Κοινότητας για τον πολιτισμό. Κατά τα πρώτα στάδια διοργάνωσης, ο θεσμός δεν εντάχθηκε σε κάποιο κοινοτικό πρόγραμμα, καθώς ακόμη η αρμοδιότητα της Κοινότητας στον πολιτιστικό τομέα ήταν στην καλύτερη περίπτωση διακηρυκτικής φύσεως και στη χειρότερη εντελώς ανύπαρκτη. Επί του πρακτέου μιλώντας, δεν είχε θεσπιστεί κάποιο σχετικό κοινοτικό πρόγραμμα από το οποίο θα μπορούσε να αντληθεί χρηματοδότηση. Έτσι, διοργάνωση και χρηματοδότηση βάρυναν αποκλειστικά τις εθνικές αρχές των κρατών μελών, που αναλάμβαναν και την επικοινωνιακή προώθηση του εγχειρήματος.

Ενώπιον αυτής της κατάστασης, η κριτική που ασκήθηκε επικεντρώθηκε στις περιορισμένες δυνατότητες του θεσμού να προβληθεί ως δρώμενο πανευρωπαϊκής πολιτιστικής εμβέλειας. Να αναδείξει, δηλαδή, την τιτλοφόρο πόλη ως εκπρόσωπο μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτιστικής κουλτούρας και κληρονομιάς.

Η ίδια κριτική θεώρηση υποστηρίζει ότι η πενιχρή κοινοτική χρηματοδότηση χρησιμοποιήθηκε, κατά τα πρώτα εκείνα χρόνια λειτουργίας της πρωτοβουλίας, ως πόρος για εκδηλώσεις εθνικοτοπικού χαρακτήρα, με απώτερο σκοπό την ευκαιριακή προσέλκυση τουριστικών ροών από άλλα ευρωπαϊκά κράτη, χωρίς να μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην πολιτιστική διάσταση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Η απάντηση στην ανωτέρω κριτική έρχεται από την ίδια την εμβέλεια που άρχισε να γνωρίζει ο θεσμός κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Ο μεγάλος ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών πόλεων για τον τίτλο, η προσπάθειά τους να προβληθούν ως φορείς ενός νεογέννητου «ευρωπαϊσμού», ουσιαστικά «επανασυστηνόμενες» στο διεθνή περίγυρο, αποτέλεσε και αποτελεί μέγιστο κίνητρο για τις τοπικές κοινωνίες και οικονομίες. Η ανάγκη για εξωστρέφεια και ανταλλαγή κατέδειξε ότι ο πολιτισμός άξιζε μία καλύτερη θέση στην ευρωπαϊκή ατζέντα. Σε μία εποχή έντασης της οικονομικής και εμπορικής ολοκλήρωσης, η ανάδειξη πολιτιστικών συγγενειών ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης συνιστούσε, χωρίς αμφιβολία, την απαραίτητη πνευματική «μαγιά» του όλου οικοδομήματος.