Saturday, February 25, 2017

ΔΙΑΚΟΠΤΟΥΜΕ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ: "Η τροφή μας στα σκουπίδια!"

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Διεθνούς Οργάνωσης Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, περίπου του ένα τρίτο των τροφίμων που παράγουμε, αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων, καταλήγει σε κάποια χωματερή. Και για να μιλήσουμε με όρους θρεπτικής αξίας, μία στις τέσσερις θερμίδες που παράγονται προς κατανάλωση, δεν καταναλώνονται. Σε ένα κόσμο που η οικονομική κρίση και η πείνα εξακολουθεί να βασανίζει εκατομμύρια ανθρώπους, αυτά τα στατιστικά είναι σοκαριστικά. Μόνο το φαγητό που πετάμε στα σκουπίδια στις αναπτυγμένες χώρες ισοδυναμεί με όλη την παραγωγή τροφίμων της Αφρικής, ενώ τα τρόφιμα που καταλήγουν στα σκουπίδια, αναλογικά, αντιστοιχούν στο 50% της παγκόσμιας παραγωγής δημητριακών. Εκτός από το προφανές, δηλαδή την τεράστια οικονομική ζημιά, έχουμε και μια ακόμη μεγάλη οικονομική και περιβαλλοντική ζημιά που μετράτε σε χαμένες εργατοώρες, απώλεια πρώτων υλών, φυσικών πόρων, νερού, και κλιματικού αποτυπώματος.
Στην προσπάθειά μας να αυξηθεί η παραγωγή τροφίμων καταστρέφουμε δάση και φυσικές περιοχές, συμβάλλοντας στη μαζική εξαφάνιση ειδών, την εξάντληση του νερού, τη διάβρωση του εδάφους και την υπερθέρμανση του πλανήτη. Αυτό είναι παράλογο, αφού τελικά πετάμε τόση πολλή τροφή. Στην ουσία, αν χρειαζόμαστε περισσότερη τροφή, είναι καλύτερα να μειώσουμε τη σπατάλη. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα τρόφιμα που στέλνουμε στους χώρους υγειονομικής ταφής αποσυντίθενται, απελευθερώνοντας μεθάνιο, ένα από τα βασικά αέρια του θερμοκηπίου. 
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία τα 2/10 του πληθυσμού της γης δεν έχουν καθόλου πρόσβαση σε βασικά διατροφικά αγαθά και τα 3/10 υποφέρουν από χρόνια έλλειψη θρεπτικών ουσιών. Σχεδόν, ο μισός πληθυσμός της γης υποσιτίζεται, σε αντίθεση με τον υπόλοιπο στον οποίο ενυπάρχει και ένα μεγάλο ποσοστό (1/2) που υπερσιτίζεται και συνοδεύεται από ποικίλα μεταβολικά προβλήματα υγείας. Ουσιαστικό ρόλο για τη διαμόρφωση των ανωτέρω ποσοστών φαίνεται να παίζει η παγκόσμια οικονομία, καθώς η άνιση κατανομή πλούτου ανάμεσα στις χώρες αλλά και τους ανθρώπους αντικατοπτρίζεται στην άνιση κατανομή, στην άνιση διάθεση και πρόσβαση της τροφής.
Έτσι, ενώ στην πραγματικότητα, η παγκόσμια παραγωγή τροφής αρκεί για να ικανοποιήσει πλήρως τις ανάγκες του συνόλου του πληθυσμού της γης, αυτή δεν διανέμεται ορθά, παραγωγικά και με σεβασμό στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα να συντηρούνται και να διογκώνονται τα προβλήματα της διατροφικής ανασφάλειας και της οικολογικής αειφορίας.
Στις αναπτυσσόμενες χώρες συναντάται και πιο έντονα το φαινόμενο της πείνας και του υποσιτισμού. Σε αυτές τις χώρες το πρόβλημα εστιάζεται κυρίως στην αγροτική παραγωγή και τη μεταποίηση, με παράδειγμα την Ινδία, που χάνει ετησίως περίπου 21 εκατ. τόνους σιτηρών, εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλων υποδομών, ενώ παράλληλα η ίδια χώρα έχει το μεγαλύτερο ποσοστό πολιτών κάτω από το όριο της φτώχειας. Η βασικότερη αιτία σπατάλης στον Δυτικό Κόσμο δεν είναι άλλη από τη διάρθρωση του συστήματος διανομής και εμπορίας τροφίμων στη λογική της μεγιστοποίησης των κερδών εμπόρου-καταναλωτή. 
Σημαντικοί επιβαρυντικοί παράγοντες σχετίζονται με τον βιομηχανικό σχεδιασμό (προβλήματα συσκευασίας, μεταφοράς και αποθήκευσης), την ίδια ώρα, ωστόσο, δικές μας καταναλωτικές και διατροφικές συνήθεις ευθύνονται για την σπατάλη χιλιάδων κιλών τροφής: περισσότερο από το 1/3 της αγροτικής παραγωγής απορρίπτεται ήδη από το στάδιο της συγκομιδής, γιατί δεν ανταποκρίνεται στα «πρότυπα ομορφιάς» που θέτουν οι αλυσίδες τροφίμων, αλλά στην πράξη και οι ίδιοι οι καταναλωτές. Οι περισσότεροι από εμάς θεωρούμε ποιοτικό και προτιμητέο το προϊόν εκείνο που «δείχνει» καλύτερο, αδιαφορώντας στην ουσία για τη θρεπτική του αξία: Αποφεύγουμε για παράδειγμα τα περίεργα σχήματα και χρώματα σε φρούτα και λαχανικά, ακόμη και αν γνωρίζουμε πως η «τελειότητα» είναι αποτέλεσμα της τυποποίησης. Σαν αποτέλεσμα, ολόκληρες σοδειές συχνά πετιούνται, ή δεν συλλέγονται καν, αφού δεν πρόκειται να πωληθούν. 
Για παράδειγμα, το 30% των λαχανικών στη Μ. Βρετανία δεν συλλέγεται ποτέ για αυτόν ακριβώς το λόγο. Σε όλους μας αρέσει η ποικιλία, οι εκπτώσεις και τα extra φρέσκα προϊόντα: Οι καταναλωτές επιλέγουν καταστήματα που τους προσφέρουν μεγάλη ποικιλία, προτρέποντας στην πράξη τις αλυσίδες τροφίμων να προμηθεύονται πληθώρα προϊόντων, που συχνά φτάνουν στην ημερομηνία λήξης ή προτεινόμενης κατανάλωσης προτού πωληθούν. 
Παράλληλα, οι εκπτώσεις και οι προσφορές ενθαρρύνουν τους καταναλωτές να αγοράζουν περισσότερα από όσα μπορούν να καταναλώσουν, απλά και μόνο για να εξασφαλίσουν καλύτερη τιμή ανά τεμάχιο. Από την άλλη, σχεδόν κανένας καταναλωτής δεν επιλέγει ένα προϊόν με κοντινή ημερομηνία λήξης (ακόμη και αν σκοπεύει να το καταναλώσει άμεσα), εκτιμώντας πως όσο πιο φρέσκο τόσο το καλύτερο. Κανείς, για παράδειγμα, δεν θα διαλέξει γάλα ή αβγά με κοντινή ημερομηνία λήξης ή ακόμη και μία πιο ώριμη μπανάνα, με αποτέλεσμα καθημερινά τα supermarkets να πετούν στα σκουπίδια εκατοντάδες κιλά κατάλληλων τροφών, που όμως πρόκειται να μείνουν αδιάθετα.
Σύμφωνα με στοιχεία της FAO το 2011, κατά μέσο όρο, το 30-50% των τροφίμων που έχουν πωληθεί απορρίπτεται από τους καταναλωτές άθικτο. Σε αυτό συντελεί σημαντικά, μεταξύ άλλων, η σύγχυση που επικρατεί στους καταναλωτές αναφορικά με τις ενδείξεις «ανάλωση κατά προτίμηση» και «ημερομηνία λήξης». Αξίζει να σημειωθεί πως οι σχετικές ενδείξεις δεν είναι αποτέλεσμα ανεξάρτητης έρευνας, ούτε καθορίζονται από τις εθνικές κυβερνήσεις ή κάποια υπερεθνικά όργανα, αλλά αντίθετα από την ίδια τη βιομηχανία τροφίμων. Αυτό σημαίνει ότι η ίδια η βιομηχανία θέτει τα όρια για την ασφάλεια των προϊόντων της, με αποτέλεσμα συχνά να «υπερβάλλει» για χάρη του κέρδους.
Η απαξίωση της τροφής, μέσω της απαράδεκτα μεγάλης σπατάλης της, προσεγγίζεται τόσο από την ανθρωπιστική σκοπιά του προβλήματος, όσο και από την σκοπιά των δραματικών συνεπειών της για το περιβάλλον, που είναι μάλλον και περισσότερο άγνωστες.
Από τη μία δηλαδή, βρίσκεται η αντίφαση της σπατάλης τόνων τροφίμων, όταν πολλοί άνθρωποι δίπλα μας υποφέρουν από διατροφική ανασφάλεια, και από την άλλη, η αντίφαση της σπατάλης φυσικών πόρων για την παραγωγή τροφής που πετιέται.
Τα σχετικά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ενδεικτικά: τα 89 εκ. τόνοι τροφίμων που πετιούνται ετησίως στην Ε.Ε. συντελούν στην έκλυση 170 εκ. τόνων διοξειδίου του άνθρακα και ευθύνονται για την κατανάλωση του 50% του νερού άρδευσης. Επισημαίνεται χαρακτηριστικά πως για την παραγωγή ενός μόλις κιλού βοδινού κρέατος, απαιτείται κατανάλωση 5-10 τόνων νερού, ενώ έχει υπολογιστεί ότι ένας τόνος οργανικών απορριμμάτων απελευθερώνει ένα τόνο μεθανίου, που είναι 72 φορές πιο επιβλαβές από το διοξείδιο του άνθρακα όσον αφορά την υπερθέρμανση της γης.
Αυτή η υπερβολή δεν αφορά μόνο τα τρόφιμα, αλλά επεκτείνεται και στα υλικά αγαθά. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι καταφεύγουν σε αγορές των οποίων η χρήση είναι περιορισμένης χρονικής διάρκειας. Ένα παράδειγμα αφορά τον ρουχισμό. Κάθε χρόνο αγοράζουμε ρούχα με σκοπό να ακολουθήσουμε τη μόδα, με αποτέλεσμα, τον επόμενο χρόνο, να καταλήγουν στα σκουπίδια, αφού πια είναι εκτός μόδας! Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι αγορές κατά την περίοδο των εορτών, οπότε αγοράζουμε πολλά αντικείμενα και παιχνίδια τα οποία στην πραγματικότητα δεν χρειαζόμαστε και επιπλέον η χρονική τους διάρκεια χρήσης τους είναι ακόμα πιο περιορισμένη. Και αυτά βεβαίως καταλήγουν στους κάδους απορριμμάτων και μετέπειτα στις χωματερές με συνέπειες ακόμα πιο επιβλαβείς αφού είναι κατασκευασμένα από πλαστικό και διάφορα άλλα χημικά στοιχεία.
Το φαινόμενο αυτής της υπερκατανάλωσης οφείλεται πρωτίστως στα δυτικά πρότυπα και στον δυτικό τρόπο ζωής που κινείται με γνώμονα τον υπερκαταναλωτισμό. Το βασικότερο εργαλείο είναι οι διαφημίσεις και η επιβολή συγκεκριμένων προτύπων που δημιουργούν μια ψευδαίσθηση ανάγκης. Οι διαφημίσεις προβάλλουν προϊόντα τα οποία αναγκάζουν τον καταναλωτή να προχωρήσει στην αγορά τους, ώστε να μη νιώσει απομονωμένος.
Καταλήγοντας, τα προβλήματα που δημιουργούνται από αυτές τις πρακτικές είναι πολλαπλά. Κατ’ αρχάς, σημειώνεται ανυπολόγιστη ζημιά στο περιβάλλον, η οποία θα επιφέρει τραγικές συνέπειες. Ένα επίσης σοβαρό πρόβλημα είναι η άνιση κατανομή του πλούτου, πρόβλημα το οποίο θα καταφέρναμε να υπερνικήσουμε με ατομική, αλλά και συλλογική προσπάθεια και με τη βοήθεια των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Θα έπρεπε σήμερα, σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που διανύουμε στη χώρα μας, να αναθεωρήσουμε τις αξίες μας και να αλλάξουμε τις συνήθειές μας, ενώ παράλληλα οι κυβερνήσεις να δημιουργήσουν ένα κλίμα εμπιστοσύνης και να λειτουργούν με βάση τις αξίες του ανθρώπου.