Sunday, February 19, 2017

Καινοτόμες και φρέσκιες ιδέες 2500 χρονών!

Κατά την αρχαιότητα, η έννοια της «πόλεως» είναι ένα είδος αυτόνομου οικισμού – οχυρό, φρούριο. Η επιβίωση της πόλεως βασιζόταν άμεσα από την πολιτική και οικονομική ανάπτυξη.
Στην αρχαία Αθήνα, όπου θα επικεντρωθούμε, υπήρχε έντονη πολιτική ζωή και ισχυρή συλλογικότητα. Αρχικά, υπήρχαν ελεύθεροι άνθρωποι και δούλοι. Οι πρώτοι είναι μεγαλογαιοκτήμονες ή μικροκαλλιεργητές και βιοτέχνες (δημιουργοί). Την εξουσία κατείχαν οι μεγαλογαιοκτήμονες. Ο λόγος για τον οποίο κατείχαν την εξουσία ήταν το γεγονός ότι είχαν τη δυνατότητα να εκτρέφουν ίππους προστατεύοντας με αυτό τον τρόπο την πόλη-κράτος στις πολεμικές συγκρούσεις. Και η ίδια η πόλη-κράτος, λοιπόν, ήθελε να διαχειρίζονται την εξουσία εκείνοι που εξασφάλιζαν την ελευθερία και την προστασία της.
Παράλληλα, πολλοί από αυτούς τους μεγαλογαιοκτήμονες παρήγαγαν, και υποχρεούνταν να αποθηκεύσουν και να μοιράσουν στους πολίτες, και το βασικότερο για την επιβίωση των πολιτών προϊόν, τα δημητριακά και κυρίως το σιτάρι, το οποίο, όμως, έφτανε μόλις για το 40% του πληθυσμού της Αθήνας, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσης.
Τα χωράφια τα δανείζονταν και τα καλλιεργούσαν μικροκαλλιεργητές γνωστοί ως «εκτήμορες» και ήταν υποχρεωμένοι να παραδίδουν το 1/6 του συνόλου της καλλιέργειας στους ιδιοκτήτες της γης. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό. Οι καιρικές συνθήκες συχνά δεν επέτρεπαν την καλλιέργεια της γης. Τότε, σύμφωνα με σχετικό νόμο, οι ιδιοκτήτες είχαν το δικαίωμα «δανείζεσθαι επί σώμασι» – δηλαδή, εάν οι καλλιεργητές δεν μπορούσαν να επιστρέψουν το χρέος τους πίσω στους μεγαλογαιοκτήμονες-ευγενείς, τότε οι τελευταίοι είχαν δικαίωμα να πουλήσουν τους καλλιεργητές και τις οικογένειές τους ως δούλους.
Το γεγονός αυτό δημιούργησε μεγάλες κοινωνικές αναταραχές. Παράλληλα, όμως, για την καλύτερη προστασία της πόλεως είχε δημιουργηθεί μια κεντρική εξουσία, η οποία αποτελούνταν από όλες τις φατρίες και έδρευε στην ακρόπολη. Οι μικροκαλλιεργητές, λοιπόν, απευθύνθηκαν σε αυτή την κεντρική εξουσία με σκοπό αυτή να δώσει μια λύση στο πρόβλημά τους.
Η λύση δόθηκε από τον Σόλωνα, προσωπικότητα αποδεκτή από όλες τις πλευρές, με νομοθετήματα. Ένα από αυτά τα νομοθετήματα ήταν και η «Σεισάχθεια». Με τη Σεισάχθεια κατήργησε τη δυνατότητα του «Δανείζεσθαι επί σώμασι» και μάλιστα αναδρομικά. Με αυτόν τον τρόπο, όσοι είχαν πουληθεί ως δούλοι μπόρεσαν να επιστρέψουν στην Αθήνα.
Επιπλέον, διαίρεσε τους ελεύθερους Αθηναίους, όχι σύμφωνα με τη γαία αυτή τη φορά, αλλά σύμφωνα με το κοινωνικό τους εισόδημα σε σιτηρά. Φαίνεται, λοιπόν, ότι το κεφάλαιο της κατοχής της γης κλείνει και ανοίγει ένα νέο, που κατατάσσει τους Αθηναίους πολίτες με βάση τα εισοδήματά τους.
Μια ακόμη καινοτομία είναι ότι παραχώρησε πολιτικά δικαιώματα και σε άλλα κοινωνικά στρώματα. Για παράδειγμα, επέτρεψε στους «θύτες», στο κατώτερο κοινωνικό στρώμα της αθηναϊκής κοινωνίας, να συμμετέχουν στην Εκκλησία του Δήμου. Αν και οι ίδιοι δεν είχαν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, μπορούσαν μέσω του δικαιώματος του εκλέγειν να ασκήσουν ιδιαίτερη πολιτική επιρροή, αφού αποτελούσαν το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού. Μπορούσαν ακόμη να προβάλλουν και να υπερασπιστούν τα δικαιώματά τους καθώς και να απαιτήσουν από τα πολιτικά πρόσωπα να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους.
Με άλλο νομοθέτημά του ο Σόλωνας απαγόρευε την εξαγωγή προϊόντων εκτός από το φημισμένο αττικό ελαιόλαδο. Με αυτό τον τρόπο, εξασφάλιζε κατ’ ελάχιστον την επιβίωση των Αθηναίων πολιτών στοχεύοντας στην αυτάρκεια. Συγχρόνως, η ανάγκη για αποθήκευση του ελαιόλαδου οδήγησε στην ανάγκη δημιουργίας νέων επαγγελμάτων, όπως αυτό των αγγειοπλαστών, και κατ’ επέκταση στη δημιουργία θέσεων εργασίας. Χάρη στην εξαγωγή αυτή, η Αθήνα άνοιξε διαύλους επικοινωνίας μέσω του θαλάσσιου εμπορίου, όχι μόνο με άλλες πόλεις-κράτη, αλλά και με χώρες του εξωτερικού, αναπτύσσοντας έτσι και τη ναυτιλία.
Κύριος στόχος του Σόλωνα ήταν η ευνομία, δηλαδή η ύπαρξη δίκαιων νόμων και η ορθή εφαρμογή τους. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά σε ποίημα του τα εξής:
«Τούτα η ψυχή μου να τα πω μου λέει στους Αθηναίους:
Μύριες στην πόλη συμφορές η ανομία γεννάει,
ενώ όμορφα όλα και εύτακτα η ευνομία τα κάνει
και των αδίκων και κακών δένει συχνά τα χέρια. […]».
Οι Αθηναίοι φαίνεται να καταλαβαίνουν πλέον ότι η επιβίωσή τους εξαρτάται από την τήρηση των νόμων, οι οποίοι δημιουργήθηκαν προς όφελός τους, αλλά και από την ενεργή συμμετοχή όλων και περισσότερων κοινωνικών ομάδων στο πολιτικό γίγνεσθαι της πόλεως-κράτους. Βεβαίως αυτό ήταν και το πιο δύσκολο στην εφαρμογή του, αφού το πρόβλημα πλέον ήταν το ποιος θα αναλάμβανε την εξουσία.
Την ίδια στιγμή, κωπηλάτες, προερχόμενοι από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, που συμμετείχαν στις πολεμικές συγκρούσεις και προσέφεραν υπέρ της Αθήνας, δεν θα γινόταν να μην πάρουν μέρος στην εξουσία μετά την επικράτηση της Αθήνας ως ναυτικής δύναμης.
Εδώ έρχεται ο Κλεισθένης, ο πατέρας της Δημοκρατίας, ο οποίος προχώρησε σε διαίρεση της Αττικής σε δήμους. Ο κάθε δήμος αποτελούνταν από έναν Ανώτατο Άρχοντα και 50 Αντιπροσώπους στην Εκκλησία του Δήμου, η θητεία των οποίων διαρκούσε 2 έτη. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη συμμετοχή όλο και περισσότερων πολιτών στο εν λόγω πολιτειακό όργανο και τη δημιουργία της Βουλής των 500.
Ο πληθυσμός της Αττικής, αποτελούνταν, εκτός από τους γηγενείς, από δούλους και μετοίκους, δηλαδή απάτριδες που δεν είχαν εκλογικά δικαιώματα και έτσι η μοναδική τους ασχολία ήταν το εμπόριο. Φυσικά, οι έμποροι δεν δρούσαν ανεξάρτητα από την πόλη-κράτος. Όριζαν οι ίδιοι τις τιμές των προϊόντων τους και μόνο σε καταστάσεις πολέμου παρενέβαινε το κράτος επιβάλλοντας χαμηλότερες τιμές με τις οποίες θα έπρεπε να πουληθούν τα προϊόντα για να στηρίξει την αυτάρκεια της πόλεως.
Πριν την επινόηση του νομίσματος, οι συναλλαγές σε είδος διευκόλυναν τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων στην επιβίωσή τους. Γεωργικά προϊόντα διατροφής, δέρματα, ζώα, κοχύλια ήταν τα αποδεκτά μέσα συναλλαγής. Το πιο πολύτιμο ήταν το πιο σπάνιο. Ανάλογα με την αφθονία, τη χρησιμότητα και το ρόλο του κάθε προϊόντος σε κάθε κοινωνία προσδιοριζόταν και η τιμή του. Με την εγκατάσταση του ανθρώπου σε μόνιμη κατοικία, η οικονομία έγινε γεωργοκτηνοτροφική. Ως μέσο συναλλαγής χρησιμοποιήθηκαν κυρίως τα ζώα.
Μετά την επινόηση του νομίσματος τα δεδομένα άλλαξαν. Η εμπειρία του μετάλλου στις συναλλαγές και η τυποποίησή του σε διάφορα σχήματα οδήγησαν εύκολα στο νόμισμα. Το μικρό του μέγεθος επέτρεπε την εύκολη μεταφορά του. Σφραγισμένο από την υπεύθυνη αρχή, η αξία του ήταν συγκεκριμένη και δεν υπήρχε πια η ανάγκη του ζυγίσματος. Η γενικευμένη χρήση όμως του νομίσματος διαδόθηκε αργά.
Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα νομίσματα εκδίδονταν από τις πόλεις-κράτη. Αυτές, ανεξάρτητα από την έκταση και τη δύναμή τους, είχαν αυτόνομη οικονομία και διαφορετικό νόμισμα η κάθε μία, που ξεχώριζε από τους τύπους του. Η κάθε πόλη απεικόνιζε στα νομίσματά της παραστάσεις οικείες στους πολίτες της, που προέρχονταν από την ιστορία της, τη μυθολογία της, τα χαρακτηριστικά προϊόντα της. Τα νομίσματα ήταν αντικείμενα ευρείας χρήσης. Στην επιφάνειά τους αποτυπώνονταν θέματα χαρακτηριστικά της πόλης και εύκολα αναγνωρίσιμα από τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, στην παράσταση και στην επιγραφή των νομισμάτων, συμπυκνώνονταν τα σύμβολα της κάθε ανεξάρτητης πόλης-κράτους και αργότερα του κάθε ηγεμόνα. Έκοβαν κυρίως αργυρά νομίσματα, λιγότερα χρυσά και από τον 4ο αιώνα π.Χ. πολλά χάλκινα.

Η κυκλοφορία τόσο πολλών και ανόμοιων ως προς την αξία τους νομισμάτων δυσκόλευε εξαιρετικά τις διάφορες εμπορικές συναλλαγές  Η διαδικασία αυτή έδωσε λαβή για τη δημιουργία του επαγγέλματος του αργυραμοιβού - ενός ατόμου που θα αντάλλασσε τα διάφορα νομίσματα επί αμοιβής. Έπρεπε να υπάρχουν ειδικοί που να γνωρίζουν τις αξίες και το βάρος των νομισμάτων κάθε κράτους και να καθορίζουν την αξία τους σε σχέση με το νόμισμα της χώρας στην οποία γινόταν η συναλλαγή. Έπρεπε ακόμη να ξεχωρίζουν τα κίβδηλα νομίσματα, αφού κυκλοφορούσε και κάλπικο χρήμα, και να εντοπίζουν τα λιποβαρή. Αυτοί που ασχολούνταν με το εμπόριο του χρήματος χρησιμοποιούσαν στις διάφορες συναλλαγές τους ένα τραπέζι, μια τράπεζα, πάνω στην οποία γίνονταν οι διάφορες εμπορικές τους πράξεις. Αυτό το τραπέζι είναι που έδωσε το σχετικό όνομα, δηλαδή Τράπεζα.
Από πολύ νωρίς, ορισμένοι ιδιώτες συνήθιζαν να καταθέτουν σε αρχαία ελληνικά ιερά διάφορα ποσά για φύλαξη. Το φαινόμενο αυτό γνώριζε ιδιαίτερη έξαρση κυρίως σε περιόδους αναταραχών και πολεμικών συρράξεων. Η ιερότητα και το απαραβίαστο των ορίων των ιερών ήταν σεβαστά από όλους και επομένως τα χρήματα αυτά είχαν εδώ τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Έτσι σιγά-σιγά στα ιερά συσσωρεύονταν σημαντικά ποσά. Η συνήθεια της κατάθεσης χρημάτων σε ιερά, που πρόσφερε ασφάλεια όχι όμως και αύξηση των σχετικών κεφαλαίων, περιορίστηκε από τη δράση ορισμένων ευφυών ατόμων. Προσφέροντας τόκο, άρχισαν αυτοί να προσελκύουν τα χρήματα αυτά, αυξάνοντας έτσι το κεφάλαιό τους, πράγμα που σήμαινε και επέκταση του κύκλου των εργασιών τους. Η ενέργεια αυτή, σε συνδυασμό και με την παροχή εκ μέρους τους εντόκων δανείων σε όσους είχαν ανάγκη από «ρευστό», δημιούργησε τις πρώτες τράπεζες.
Στις κύριες τραπεζικές εργασίες, εκτός από την ανταλλαγή των νομισμάτων και τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, τις έντοκες καταθέσεις και τα έντοκα δάνεια συγκαταλέγονταν και άλλες πρακτικές. Ανάμεσά τους η διαχείριση περιουσιών, η συγκατάθεση σε δάνειο, η εντολή πληρωμής προς τρίτους, όπως και η έκδοση πιστωτικών επιστολών που εξοφλούνταν σε άλλη πόλη από κάποιον άλλο τραπεζίτη με τον οποίο συνεργαζόταν η τράπεζα που είχε εκδώσει τη σχετική επιστολή. Αναφέρεται ότι με αυτό τον τρόπο ο Κικέρων κάλυψε κάποτε τα έξοδα του γιου του, όταν αυτός βρισκόταν στην Αθήνα.
Στη συνέχεια, μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι πόλεις-κράτη αναγκάστηκαν να μετασχηματιστούν σε μια ενοποιημένη Ελλάδα καταργώντας την αυτάρκεια. Οι έμποροι πλέον μπορούσαν να πουλήσουν τα εμπορεύματά τους στην καλύτερη τιμή ανεξέλεγκτα σε όλο τον ελλαδικό χώρο και σε άλλες αγορές του αρχαίου κόσμου, αφού δεν υπήρχε μια κεντρική διοίκηση.
Κατά το 92 μ.Χ. την περίοδο εκείνη η Αθήνα και άλλες πόλεις μαστίζονταν από τις συνέπειες της υπερχρέωσης τόσο σε Έλληνες όσο και ξένους, κυρίως Ρωμαίους, δανειστές τους. Μάλιστα, ο Πλούταρχος στο έργο του περί του μη δανείζεσθαι αποκαλεί στον βίο του Κάτωνος «πλωτικούς και δανειστικούς ανθρώπους», δηλαδή, ανθρώπους που ταξίδευαν και πλούτιζαν από τον δανεισμό. Αναφέρει σχετικά: «Κουβαλώντας μαζί τους σάκους και συμφωνητικά και συμβόλαια σαν δεσμά εναντίον της Ελλάδος, την οργώνουν από πόλη σε πόλη και σπέρνουν χρέη, που πολλά βάσανα φέρνουν και πολλούς τόκους, και που δύσκολα ξεριζώνονται, ενώ οι βλαστοί τους περικυκλώνουν τις πόλεις, τις εξασθενούν και τελικά τις πνίγουν».
Ο Πλούταρχος στο κείμενό του αναπτύσσει τη συλλογιστική του δανεισμού και το πλήθος των κακών που συνεπάγεται με κορυφαία την απώλεια της ελευθερίας. Ο συγγραφέας μιλά εναντίον της συνήθειας ορισμένων ανθρώπων να καταφεύγουν αβασάνιστα στον δανεισμό. «Το δανείζεσθαι της εσχάτης αφροσύνης και μαλακίας εστίν», γράφει και κατακεραυνώνει αφενός μεν τον αλόγιστο δανεισμό των οφειλετών, αφετέρου δε τη βαναυσότητα των πιστωτών. Ποια μέτρα προτείνει; Την αξιοποίηση των πόρων που ο καθένας έχει στη διάθεσή του.
Ο Πλούταρχος μιλά για υπέρβαση της επιθυμίας απόκτησης πολλών υλικών αγαθών μέσω του λιτού και αυτάρκη φιλοσοφικού βίου που αποκλείει τη μαλθακότητα και την πολυτέλεια.
Ο δανειστής με τη συμπεριφορά του θίγει την ελευθερία και την αξιοπρέπεια του δανειζόμενου. Η ευθύνη όμως δεν είναι αποκλειστικά δική του εξαρτάται και από την άφρονα συμπεριφορά του δανειζόμενου.
Η ομιλία του ξεκινά με αναφορά στους Νόμους του Πλάτωνα: «Ο πολίτης δεν επιτρέπεται να παίρνει νερό από τη γη των γειτόνων του, αν δεν έχει πρώτα προσπαθήσει και αποτύχει να βρει νερό στον δικό του τόπο. Ωστόσο οι γείτονες μοιράζονται το νερό, όταν δεν μπορούν να έχουν δικό τους, άρα ο νόμος είναι βοηθός τους στη δύσκολη αυτή θέση. Όμως, δεν υπάρχει νόμος που να απαγορεύει τον δανεισμό, παρά το γεγονός ότι θα έπρεπε να είχε προβλεφθεί αντίστοιχος νόμος από τον νομοθέτη. Ο μεν πολίτης που θέλει να δανεισθεί πρέπει προηγουμένως να έχει προβεί σε έλεγχο των οικονομικών του δυνατοτήτων, η δε πολιτεία οφείλει να εξασφαλίζει την υλική αυτάρκεια των πολιτών της και ως αυτάρκεια νοείται η επιλογή των χρήσιμων και αναγκαίων αγαθών και η απόρριψη όλων των περιττών».
Εξοστρακισμός του Κίμωνα από τον Περικλή
Βλέπουμε σήμερα πόσο σημαντική είναι η ύπαρξη της πολυφωνίας, αυτό που αποκαλούμε άμεση δημοκρατία, στην πολιτική ζωή με στόχο την ευημερία όλων πρωτίστως. Η ύπαρξη όλο και περισσότερων απόψεων στα κέντρα λήψης των αποφάσεων είναι ο κυρίαρχος στόχος και κάτι που κατ’ επέκταση αναγκάζει τους πολιτικούς να λογοδοτούν για τα πεπραγμένα τους.
Δυστυχώς, με την έμμεση δημοκρατία το αποτέλεσμα είναι οι πολίτες να ψηφίζουν μια φορά κάθε τέσσερα χρόνια, αλλά ενδιάμεσα να μην έχουν τη ζέση να ασχοληθούν με τα κοινά. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας της μονιμότητας των δημόσιων λειτουργών, της οικογενειοκρατίας και των πελατειακών σχέσεων. Ενώ στην αρχαία Αθήνα, οι δημόσιοι λειτουργοί εναλλάσσονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα παρέχοντας τη δυνατότητα σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού να εκλέγεται και να προσφέρει νέες ιδέες και προτάσεις, σήμερα κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εξαιτίας της μονιμότητας.

Αυτή η μονιμότητα των δημόσιων λειτουργών έχει δημιουργήσει αναπόφευκτα πελατειακές σχέσεις με τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, οι οποίες παύουν να ενεργούν για το δημόσιο καλό, αλλά λειτουργούν για ίδιον συμφέρον, αποκλείοντας από τα όργανα του κράτους τη συμμετοχή νέων, ικανών και με καινοτόμες ιδέες ανθρώπων. Έτσι, ενώ υπάρχουν οι κατάλληλοι νόμοι, λείπουν οι άνθρωποι που δεν έχουν φθαρεί και που θα έλεγχαν την εξουσία. Και επειδή η πολιτική έχει άμεση και άρρηκτη σύνδεση με την οικονομία, καταλήγουμε στο ότι ο πλούτος συσσωρεύεται πάλι στα χέρια των λίγων.
Ολομέλεια της Βουλής με 284 άδεια έδρανα!
Φαίνεται, λοιπόν, ότι όσο πιο κοντά είμαστε στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, όλο και περισσότερη ευημερία επικρατεί, ενώ όσο απομακρυνόμαστε από αυτά, η δυστυχία θα αυξάνεται.

Ίσως τελικά ο καταλληλότερος τρόπος ζωής που θα οδηγήσει στην ευδαιμονία είναι ο συνετός τρόπος ζωής, ο οποίος προϋποθέτει την ανάπτυξη της παιδείας.