Sunday, February 5, 2017

Η Αριστοτελική φιλοσοφία ως θεμέλιο την ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας

Συντάκτης Γιώργος Θεοδωρίδης

Εισήγηση του απόφοιτου ΠΜΣ Δημόσιας Διοίκησης Γεώργιου Θεοδωρίδη με τίτλο "Η αριστοτελική φιλοσοφία ως θεμέλιο της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας", σε συμπόσιο για το έτος Αριστοτέλη, τον Δεκέμβριο του 2016.
Γιώργος Θεοδωρίδης
Απόφοιτος ΠΜΣ Δημόσιας Διοίκησης
"Αξιότιμη κυρία Πρύτανι,
αγαπητοί προσκεκλημένοι,
κυρίες και κύριοι,
Θα ήθελα κι εγώ με τη σειρά μου να χαιρετήσω τις εργασίες του Συμποσίου. Η
συμπλήρωση 2.400 ετών από τη γέννηση του Αριστοτέλη και η ανακήρυξη του 2016
από την UNESCO ως έτους Αριστοτέλη καταδεικνύουν αναντίρρητα το γεγονός ότι η
σκέψη και η συνολική φιλοσοφία του μεγάλου Σταγειρίτη όχι απλώς παραμένουν
επίκαιρες, αλλά εξακολουθούν να οριοθετούν καίριες προκλήσεις για τις σύγχρονες
δημοκρατικές κοινωνίες.
Η αριστοτελική σκέψη είναι τόσο πολύπτυχη, ώστε επηρεάζει σχεδόν κάθε τομέα
του επιστητού. Από τη δική μου πλευρά, θα προσπαθήσω να υπογραμμίσω το
ζήτημα της συμβολής της φιλοσοφίας του Αριστοτέλη στον προσδιορισμό αυτού που
ονομάζεται «ευρωπαϊκή πολιτισμική ταυτότητα».

Μιλώντας γενικότερα περί πολιτισμικής ταυτότητας, οι θεωρητικοί συμφωνούν ότι
πρόκειται για τη συνείδηση την οποία έχουν τα μέλη μίας κοινωνίας ότι
αποτελούν ένα ιδιαίτερο συνόλο, το οποίο τα διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα.
Τα χαρακτηριστικά του συνόλου αυτού είναι:
η γλώσσα,
οι κοινές αξίες,
ενδεχομένως οι ιδεολογικές πεποιθήσεις,
συχνά το κοινό θρήσκευμα
και βέβαια άγραφα πρότυπα ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς.
Το ζήτημα της ευρωπαϊκής πολιτισμικής ταυτότητας τώρα, δηλαδή των κοινών
πολιτιστικών στοιχείων που συνδέουν τους Ευρωπαίους μεταξύ τους, είναι
προφανώς τεράστιο, όσο και προκλητικά ενδιαφέρον. Πέρα από ιστορικές
αναζητήσεις και μελέτες, κοινό είναι το συμπέρασμα ότι η Ευρώπη στοιχειοθετείται
πνευματικά από τη λεγόμενη «τριπλή κληρονομιά»:
1. Την αρχαία ελληνική σκέψη
2. Το ρωμαϊκό δίκαιο
3. Και το χριστιανικό στοιχείο
Στο πλαίσιο αυτό, μιλώντας κανείς σήμερα για αρχαίο ελληνικό πνεύμα, είναι
περίπου αυτονόητο ότι μιλά για το αριστοτελικό πνεύμα.
Δεν είναι υπερβολή ότι ο Αριστοτέλης υπήρξε ο πρώτος μεγάλος δάσκαλος της
Ευρώπης. Ο άνθρωπος που κατόρθωσε να προσδιορίσει λογικά και συνεκτικά
κάθε καίρια έννοια για την οργανωμένη ζωή των ανθρώπων.
Η διανοητική διαδικασία που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε:
τον κόσμο που μας περιβάλλει,
το ποιοι είμαστε και τι μπορούμε να γίνουμε,
γιατί υπάρχουμε σε αυτόν τον κόσμο,
αλλά και τι υπάρχει πέρα από τη φθαρτή ύπαρξή μας
...είναι διαδικασία αμιγώς αριστοτελική.
Η επίδρασή του Αριστοτέλη στην Ευρώπη μπορεί - σε ένα γενικό νοητό σχήμα - να
προσλάβει δύο μορφές:
Αφενός, επίδραση στη σκέψη και την κουλτούρα
Αφετέρου, θεμελιακή συμβολή στην πολιτική ολοκλήρωση.
Επίδραση στη σκέψη και την κουλτούρα
Ως προς την πρώτη μορφή: Ο Αριστοτέλης άρχισε να γίνεται ευρέως γνωστός στη
Δύση από τον 12ο αιώνα. Ο πρώτος που ασχολήθηκε με την ανάλυση της φιλοσοφίας
του ήταν ο Αβερρόης, ένας πολυμαθέστατος μουσουλμάνος, που καταπιάστηκε με
πολλές επιστήμες και υπήρξε ο πρώτος συστηματικός σχολιαστής του Αριστοτέλη
και ταυτόχρονα πατέρας του σχολαστικισμού (επιδιώκοντας τον συγκερασμό της
κλασικής φιλοσοφίας με τη μεσαιωνική θεολογία).
Πέρα από τις επιστήμες αυτές καθαυτές, η φιλοσοφία του Αριστοτέλη αποτέλεσε το
επίκεντρο του ενδιαφέροντος και για το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα του
Μεσαίωνα. Κύριοι φορείς της αριστοτελίζουσας εκπαίδευσης υπήρξαν οι Ιησουίτες
μοναχοί και ο Ιγνάτιος Λογιόλα. Έχοντας ως πρότυπό τους την Περιπατητική
Σχολή του Αριστοτέλη, το γνωστό «Λύκειον», προσπάθησαν να συνδυάσουν την
αριστοτελική φιλοσοφία με το χριστιανικό δόγμα. Πέρα από λογικά σφάλματα στα
οποία υπέπεσαν, οι Ιησουίτες κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα πανεπιστήμιο το
οποίο ουσιαστικά αποτελούσε ένα συνδυασμό του καθολικού μοναστηριού και του
αριστοτελικού Λυκείου.

Λύκειο Αριστοτέλη
Ο Αριστοτέλης αναλύθηκε τόσο πολύ από τους μεσαιωνικούς χριστιανούς διότι,
εκτός των άλλων, υπήρξε και ο ιδεώδης «θεολογικός φιλόσοφος». Στο έργο του
«Μετά τα φυσικά», χρησιμοποιεί τον όρο «θεολογία» ως ένα από τα ονόματα αυτού
που εμείς σήμερα αποκαλούμε «μεταφυσική». Εκεί εντοπίζονται τα πρώτα
ερωτήματα περί της ύπαρξης του Θεού, καθώς και η αντίληψη περί ενότητας ύλης
και πνεύματος.
Εκείνοι που άσκησαν κριτική στον Αριστοτέλη ήταν οι σχετικιστές (Πρωταγόρας,
Γοργίας κ.λπ.), για τους οποίους ήταν ακατανόητο το πώς ένας άνθρωπος είχε
καταφέρει να συσχετίσει τα πάντα. Η απάντηση στην κριτική έρχεται από τον ίδιο
τον φιλόσοφο, με τον ορισμό της τραγωδίας:
«Έστι ουν τραγωδία, μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας μέγεθος εχούσης,
ηδυσμένω λόγω, χωρίς εκάστω των ειδών εν τοις μορίοις, δρώντων και ου δι’
απαγγελίας, δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την των τοιούτων παθημάτων
κάθαρσιν».

Σε μόλις τρεις γραμμές, ο Αριστοτέλης έχει κατορθώσει να παρουσιάσει ένα
πραγματικά τέλειο σύστημα ενότητας της ανθρώπινης σκέψης και δράσης: «Η
τραγωδία είναι μίμηση μιας πράξης σπουδαίας και ολοκληρωμένης - η οποία διαθέτει
κάποια διάρκεια – με λόγο ποιητικό, τα μέρη της διαφέρουν στη φόρμα τους,
αναπαρίσταται και δεν απαγγέλλεται, ενώ, προκαλώντας τη συμπόνια και τον φόβο του
θεατή, επιτυγχάνει τη λύτρωσή του από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα».
Στα νεότερα χρόνια, μεγάλοι Ευρωπαίοι διανοητές όπως ο Άουερμπαχ, ο Καντ, ο
Χέγκελ, ακόμα και ο Μαρξ, επηρεάστηκαν εμφανώς από τον φιλόσοφο. Ο
Μπέρτραντ Ράσελ χαρακτηρίζει μάλιστα τον Μαρξ ως τον «τελευταίο οικοδόμο ενός
μεγάλου συστήματος στη φιλοσοφία», υπονοώντας ότι πατέρας του συστήματος
αυτού είναι ο Αριστοτέλης.

Ομιλία από το Συμπόσιο
Επίδραση στην πολιτική ολοκλήρωση
Πέρα όμως από τη σκέψη, ο Αριστοτέλης επέδρασε - χωρίς βεβαίως τότε να το
γνωρίζει - και σε αυτό που καλείται σήμερα «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση». Τo
αριστοτελικό μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας της «πόλεως», βρίσκει
συγκεκριμένες αναλογίες στο σύγχρονο μοντέλο πολιτικής ολοκλήρωσης της
ευρωπαϊκής ιδέας.
Ως γνωστόν, ο φιλόσοφος θεωρούσε την πόλη ως την ύψιστη μορφή πολιτικής
οργάνωσης των ανθρώπων. Φυσικά, με τα δεδομένα της εποχής του, ο Αριστοτέλης
δεν θα μπορούσε να έχει σκεφτεί την προοπτική υπέρβασης της πόλης-κράτους, με τη
δημιουργία ενός εθνικού κράτους, πόσο μάλλον ενός υπερεθνικού οργανισμού.
Όμως, ως πόλη ο Αριστοτέλης δεν εννοούσε απλώς το πολυπληθές κέντρο
διαμονής, δηλαδή το «άστυ», αλλά πολλά περισσότερα...
Εννοούσε μία οργανωμένη κοινωνία. Μία πολιτική ένωση, που προσομοιάζει
περισσότερο στους όρους «πολιτικό σύστημα» και «πολιτική οργάνωση» και
λιγότερο σε αυτόν του «κράτους», με την έννοια της οργανωμένης κρατικής
εξουσίας.
Ας δούμε όμως τις πραγματικές αναλογίες του αριστοτελικού μοντέλου με το
σημερινό ενωσιακό μόρφωμα:
1. ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Το πολιτικό σύστημα, το οποίο ο φιλόσοφος καλεί ως «πολιτεία»,
κείται πέραν των ορίων του κυβερνάν και περιλαμβάνει αλληλεξαρτήσεις,
σχέσεις, θεσμούς, διαδικασίες, συμπεριφορές και φυσικά τον «πολιτικό
πολιτισμό», ο οποίος επιβάλλεται με τη χρήση του «νομιμοποιημένου φυσικού
εξαναγκασμού».
Η Ευρωπαϊκή Ένωση συνιστά μία αέναη διαδικασία ολοκλήρωσης.
Δηλαδή, μία διαρκή προσπάθεια εμβάθυνσης της συνεργασίας των
κρατών μελών, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού
συστήματος. Από την άποψη αυτή, η θεωρία της ευρωπαϊκής
ολοκλήρωσης μπορεί να αντιπαραβληθεί με το μοντέλο της
αριστοτελικής ανάλυσης για την πόλη, με τις αναγκαίες βεβαίως
προσαρμογές που η χρονική απόσταση επιβάλλει.
2. ΖΩΟΝ ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ: Η πόλη στον Αριστοτέλη είναι το αποτέλεσμα μιας
εξελικτικής διαδικασίας, που λαμβάνει χώρα για να ικανοποιήσει μία
θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη. Ποια είναι αυτή; Μα, η αδυναμία του ανθρώπου
να ζήσει απομονωμένος. Άλλωστε, ο άνθρωπος είναι «ζώον πολιτικόν»
και...«όποιος ζει μόνος του είναι είτε θηρίο είτε θεός».
Η σημερινή μορφή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μολονότι ατελής, συνιστά
οπωσδήποτε μοντέλο εξελικτικής διαδικασίας, καθώς, ως υπερεθνικός
φορέας, αποτελείται από κυρίαρχα κράτη μέλη ως μικρότερες ενότητες
που συνεργάζονται στενά διότι έτσι θεωρούν ότι ικανοποιούν καλύτερα
συγκεκριμένες κοινές αναγκαιότητες.
3. ΤΕΛΟΣ: Η αριστοτελική πόλη, όμως, δεν υπάρχει ούτε εις βάρος των μελών
της, αλλά ούτε και ένεκα της επίτευξης ιδιοτελών συμφερόντων. Υπάρχει
χάριν ενός σκοπού, ενός «τέλους».
Επομένως, η ταυτότητα μιας πολιτικής ένωσης, όπως η Ευρωπαϊκή
Ένωση, στοιχειοθετείται ακριβώς από τους στόχους που θέτει και
υλοποιεί.
Ποιο είναι όμως αυτό το «τέλος»;
ΕΥ ΖΗΝ: Κατά τον Αριστοτέλη, η πόλη αναπτύσσεται χάριν «του ζην», αλλά
υπάρχει χάριν του «ευ ζην». Δηλαδή, με σκοπό την αυτάρκεια και την
ευημερία.
Η ευημερία είναι και ο γενικός σκοπός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης,
όπως θα σπεύσουν να σημειώσουν οι ευρωπαϊστές θεωρητικοί.
Άλλωστε... «...το τέλος βέλτιστον, η δ’ αυτάρκεια τέλος και βέλτιστον».
4. ΠΟΛΙΤΗΣ: Για τον Αριστοτέλη, ο πολίτης συνιστά το βασικό κύτταρο της
ενοποιητικής διαδικασίας. Η ενότητα των πολιτών είναι αυτή που δημιουργεί
το «όλον» της πόλεως.
Ταυτόχρονα, η ατομική διαφορετικότητα του καθενός, συνιστά έναν
εγγενή πλουραλισμό, ο οποίος είναι σύμφυτος και με την έννοια της
ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι σταθερό ευρωπαϊκό
σύνθημα είναι το: «Ενότητα στην Πολυμορφία» ή «Ενότητα στη
Διαφορετικότητα».
ΜΕΤΕΧΕΙΝ ΚΡΙΣΕΩΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ: Τέλος, για τον Αριστοτέλη, πολίτης
είναι αυτός που μετέχει «κρίσεως και αρχής», δηλαδή έχει λόγο στην απονομή
της δικαιοσύνης και τη διακυβέρνηση.
Βεβαίως, εν προκειμένω, δεν μπορούμε να πούμε ότι οι Ευρωπαίοι
εμφορούνται ειδικά σήμερα από ένα ισχυρό αίσθημα του ανήκειν σε
μια πολιτική ένωση, στα τεκταινόμενα της οποίας ο λόγος τους μετράει
όσο των πολιτών ενός αρχαίου ελληνικού κρατιδίου. Ωστόσο, η ολοένα
πιο ενεργή συμμετοχή τους στα ευρωπαϊκά κοινά και η θεσμική
κατοχύρωση της ευρωπαϊκής ιθαγένειας λειτουργούν αναμφίβολα προς
τη σωστή κατεύθυνση.

Από την ομιλία στο Συμπόσιο
Καταληκτικός προβληματισμός
Καταληκτικά, μπορούμε να πούμε ότι, σε γενικές γραμμές, αρκετά στοιχεία του
σημερινού ενωσιακού οικοδομήματος ανταποκρίνονται στο αριστοτελικό πρότυπο.
Ωστόσο, τα δύο κρίσιμα στοιχεία, του «τέλους» και του «πολίτη», που ανέλυσα
προηγουμένως, επιδέχονται μεγάλης συζήτησης.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και το μεγάλο ευρωπαϊκό στοίχημα της εποχής: Η
Ενωμένη Ευρώπη καλείται εκ νέου να πείσει τους πολίτες της για την
αναγκαιότητα της ύπαρξής της, η οποία προφανώς δεν μπορεί να αρχίζει και να
τελειώνει στην οικονομική συνεργασία.
Η ιστορική πορεία του εγχειρήματος αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι οι ενεργοί
πολίτες είναι εκείνοι που καλούνται πάντα να παίξουν τον καταλυτικό ρόλο στην
εξέλιξη του συστήματος και να του προσδώσουν νέα δυναμική.
Η εμβάθυνση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος σημαίνει - προφανέστατα πλέον - τη
ριζική πολιτικοποίησή του.
Σημαίνει όμως και κάτι ακόμη...
Σε έναν κόσμο που αλλάζει διαρκώς επί τα χείρω…
«το όλον είναι πάντοτε μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών του».
Σας ευχαριστώ πολύ"