Monday, June 20, 2016

Να γίνω γη να με πατείς, γιοφύρι να περάσεις...


Μέσα στα βουνά της Πίνδου

Λαογραφικό μουσείο
Κεράσοβο
Αφού ολοκληρώσαμε την επίσκεψή μας στη Σαμαρίνα, ξεκινήσαμε τη διαδρομή για την Κόνιτσα. Κι αυτή την ημέρα, φάνηκε ότι η περιπέτειά μας συνεχιζόταν! Ο δρόμος που ακολουθήσαμε για να φτάσουμε στην Κόνιτσα ήταν μέσα από τα βουνά της Πίνδου. Το τοπίο ήταν εντυπωσιακό. Βρισκόμασταν και πάλι σε μεγάλο υψόμετρο. Απέναντί μας ορθωνόταν ο Γράμμος! Η διαδρομή ήταν δύσκολη και η ομίχλη πυκνή. Πλησιάζοντας το Κεράσοβο (Αγία Παρασκευή), ο καιρός άλλαξε και ο ανοιξιάτικος ήλιος μάς επέτρεψε να θαυμάσουμε την ομορφιά της φύσης, ένα καταπράσινο τοπίο. Στη γραφική πλατεία του χωριού, μπορεί κανείς να επισκεφθεί και το λαογραφικό μουσείο που βρίσκεται εκεί. Στη συνέχεια, αρχίσαμε να κινούμαστε κατά μήκος του ποταμού Σαρανταπόρου, πλάι σε ψηλά πλατάνια.
Ποταμός Σαραντάπορος
Πορταριά
Τέμπλο Ιεράς Μονής
Παμέγγιστων Ταξιαρχών
Η επόμενη στάση που κάναμε ήταν μπροστά σε μια χτισμένη πηγή με τρεχούμενο νερό, με σκοπό να ξεδιψάσουμε. Πραγματικά, αισθανθήκαμε ευγνωμοσύνη για το ότι προσφέρεται στον ταξιδιώτη άφθονο και καθαρό νερό. Θυμηθήκαμε εκείνη τη στιγμή ένα ταξίδι μας στα χωριά του Πηλίου, όπου βρεθήκαμε πολλές φορές μπροστά σε τέτοιες πηγές που συχνά ήταν αφιερωμένες στη μνήμη των συγγενών αυτών που τις έχτισαν. Είχαμε περπατήσει, τότε, στα πλακόστρωτα καλντερίμια των χωριών του Πηλίου και μας είχε εντυπωσιάσει η ομοιότητά τους με αυτά της Ηπείρου. Είχαμε, αργότερα, την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με έναν κάτοικο και επιστάτη της Ιεράς Μονής Παμμέγιστων Ταξιαρχών, ο οποίος, μόλις αναφερθήκαμε στην Ήπειρο, μας είπε ότι τα καλντερίμια του Πηλίου είναι χτισμένα από Ηπειρώτες, καθώς επίσης και το τέμπλο του ναού, το οποίο μας είχε εντυπωσιάσει, αφού ήταν σκαλισμένο στο χέρι πάνω σε ξύλο και απεικόνιζε λεπτομερείς παραστάσεις από την Αγία Γραφή.
Ο ευγενέστατος επιστάτης μοιράστηκε την ιστορία των Ηπειρωτών μαζί μας. Μας είπε πως παλαιότερα, οι Ηπειρώτες έρχονταν στα χωριά του Πηλίου, εργάζονταν για να ολοκληρώσουν κομμάτια από τα όμορφα καλντερίμια και επέστρεφαν πάλι πίσω στην Ήπειρο. Μάλιστα, η ιστορία αυτή και η επαφή μας με αυτόν τον άνθρωπο μας έδωσαν την ιδέα να ξεκινήσουμε τη δημιουργία του ιστολογίου μας.
Συνεχίσαμε τη διαδρομή μας και πραγματικά δεν περιμέναμε ότι θα έχουμε την τύχη να βρεθούμε στα ξακουστά Μαστοροχώρια της Κόνιτσας! Το τοπίο εδώ δεν ήταν καλυμμένο από πυκνή βλάστηση, αντιθέτως μπορούμε να πούμε ότι κυριαρχούσε η πέτρα. Και παρ’ όλο που η φύση συνήθως μας προσφέρει τα αγαθά της απλόχερα, σε αυτή την περίπτωση χρειάστηκε η παρέμβαση του ανθρώπου. Εδώ, οι ικανοί και ευφυείς κάτοικοι της περιοχής αναγκάστηκαν να επινοήσουν τις τέχνες και να χρησιμοποιήσουν το περιβάλλον προς όφελός τους.
Βοβούσα
Με κεφαλοχώρι την Πυρσόγιαννη, τα Μαστοροχώρια είναι χτισμένα δεξιά και αριστερά του ποταμού Σαρανταπόρου και φτάνουν μέχρι τις παρυφές του Γράμμου. Η ιστορία τους ξεκινά από το 16ο αιώνα, την εποχή των συνεχών μετατοπίσεων των πληθυσμών. Σταδιακά, οι ντόπιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την αγροτική και κτηνοτροφική εργασία, που δεν απέδιδε πλέον. Δεν είναι τυχαίο ότι πατρίδα των μαστόρων αποτελούν τα πιο ορεινά και βραχώδη χωριά, όπως τα Μαστοροχώρια, τα οποία δεν έχουν εδάφη κατάλληλα για καλλιέργειες, με αποτέλεσμα οι κάτοικοί τους να στρέφονται στην οικοδομική, κυρίως, τέχνη (αλλά και τη ζωγραφική και την ξυλογλυπτική), προκειμένου να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα και να επιβιώσουν. Οι λαϊκοί οικοδόμοι ήταν οργανωμένοι σε συντεχνίες. Στην Ήπειρο ονομάζονται Κουδαραίοι και η τέχνη αυτή περνούσε από γενιά σε γενιά με τους νέους να μαθαίνουν τις τεχνικές ήδη από τα 15 τους χρόνια. Μάθαιναν να κατανοούν την πολυπλοκότητα των φυσικών στοιχείων και τις σχέσεις ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον και το έργο του. Αυτό τους επέτρεπε να αντιλαμβάνονται καλύτερα τις δυνατότητες και τους περιορισμούς των δομικών υλικών, τα οποία έπαιρναν από το άμεσο φυσικό περιβάλλον. Συχνά έρχονταν σε επαφή με άλλους πολιτισμούς, εξαιτίας των ταξιδιών, γεγονός που εμπλούτιζε τις γνώσεις τους και τους έφερνε σε επαφή με ομότεχνούς τους με τους οποίους είχαν την ευκαιρία να ανταλλάξουν απόψεις.

Βοϊδομάτης
Οι μαστόροι ταξίδευαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και του εξωτερικού και με αυτό τον τρόπο δέχονταν πολλές επιρροές. Οι ομάδες των μαστόρων-χτιστάδων ξεκινούσαν το ταξίδι τους αμέσως μετά την Αποκριά. Η δουλειά είχε συμφωνηθεί από πριν από τον πρωτομάστορα. Η αποδημία διαρκούσε μέχρι τα μέσα του Νοέμβρη περίπου, οπότε η ομάδα επέστρεφε στο χωριό. Η ομάδα ξεκινούσε πριν τα ξημερώματα. Οι γυναίκες άφηναν να τρέχει νερό στο δρόμο, για να αφήσει χνάρια, σύμφωνα με το έθιμο, ώστε να βρουν το δρόμο να γυρίσουν πίσω. Η ημερομηνία του γυρισμού ήταν γνωστή. Οι μαστόροι επέστρεφαν με δώρα για την οικογένεια.
Οι διαδρομές των μαστόρων έχουν σημασία γιατί φανερώνουν τον τρόπο με τον οποίο εξαπλώνονται οι τοπικές τεχνικές χτισίματος, η τοπική μορφολογία των κτισμάτων, οι επιρροές οι οποίες μεταφέρονται από ξένες περιοχές. Συνήθως, όμως, οι μαστόροι έχτιζαν σύμφωνα με τις συνήθειες του τόπου τους, τα υλικά που έβρισκαν στον τόπο του έργου και τις επιθυμίες του ιδιοκτήτη. Πολλοί από αυτούς τους μαστόρους τράβηξαν για χώρες του εξωτερικού: Τουρκία, Αμερική, Κονγκό, Αβησσυνία, Αίγυπτος, Σουδάν, Αιθιοπία, Τανγκανίκα, Περσία και Ινδία. Τα έργα των μαστόρων από τα χωριά του Δήμου Μαστοροχωρίων είναι τόσα πολλά και ποικίλα, ώστε δίκαια έμεινε η φράση ότι αυτοί "έχτισαν τον κόσμο".
Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο των μαστόρων ήταν η μυστική, συνθηματική γλώσσα την οποία επινόησαν, χρησιμοποιούσαν μεταξύ τους και μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Βασικό αίτιο είναι η φτώχεια και η ανάγκη των ανθρώπων αυτών να εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για την επιβίωση της οικογένειας μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα και κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η εργασία τους αποτελούσε το μοναδικό μέσο συντήρησης των οικογενειών τους και συνεπώς έπρεπε να προστατευθεί και να παραμείνει γνωστή η τέχνη ανάμεσα στην συντεχνία. Να μη μαθευτούν τα μυστικά σε πολλούς και διεκδικήσουν περισσότεροι τη δουλειά. Η μυστική επαγγελματική γλώσσα δικαιολογεί και την εξειδίκευση ενός ολόκληρου χωριού στο επάγγελμα του μάστορα-χτίστη. Η ανάγκη λοιπόν των μαστόρων να επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους οδήγησε στη δημιουργία συντεχνιακών διαλέκτων, τα κουδαρίτικα ή κουδαραίικα.
Εκτός από τη διάλεκτο, οι μαστόροι είχαν δημιουργήσει και διάφορα έθιμα για να τους φέρνουν καλοτυχία ιδιαίτερα για το χτίσιμο των γεφυριών που ήταν ίσως η πιο δύσκολη κατασκευή, αλλά και για να ξορκίζουν την κακοτυχία.
Αναμφισβήτητα, τα χωριά αυτά έχουν προσφέρει μια πολύ σημαντική παράδοση στον ελληνικό πολιτισμό που μετρά ήδη τέσσερις αιώνες. Όμως, είναι σημαντικό να πάψουν να είναι απομονωμένα και να συναντηθούν με το μοντέρνο. Εξάλλου, ανάμεσα στην παράδοση και το μοντέρνο, δεν χρειάζεται να επιλέξουμε το ένα ή το άλλο. Μπορούμε τα δυο αυτά να τα συνδυάσουμε με αρμονία. Αναστηλώνοντας τα χωριά αυτά, ανακατασκευάζοντας τους δρόμους και δημιουργώντας ένα οδικό δίκτυο που να συνδέει τα Μαστοροχώρια με μεγάλες πόλεις όπως τα Ιωάννινα, την Καστοριά και τα Γρεβενά, δίνεται ένα κίνητρο σε νέους ανθρώπους να τα κατοικήσουν και να τους δώσουν ξανά ζωή. Επιπλέον, οι άνθρωποι αυτοί θα έχουν τη δυνατότητα να ασχοληθούν με αυτές τις τέχνες, τις οποίες μπορούν να μάθουν μέσω διάφορων σχετικών προγραμμάτων, με έναν εκσυγχρονισμένο τρόπο. Με αυτό τον τρόπο μπορούμε να εντάξουμε στην παράδοση το μοντέρνο.
Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται το χωριό Πυρσόγιαννη, όπου λειτουργεί το Εθνολογικό Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων. Στο μουσείο υπάρχει σπάνιο υλικό από την καθημερινή ζωή των μαστόρων, τις συνθήκες της δουλειάς τους και τα ταξίδια τους. Υπάρχουν πάνω από 2.000 αποτυπώσεις, σχέδια και φωτογραφίες των κατασκευών από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Περιλαμβάνει επίσης κιτάπια και συμφωνητικά δουλειάς, τεφτέρια λογαριασμών για τα μεροκάματα, ομόλογα και συναλλαγματικές, διαβατήρια, προσωπικά ημερολόγια και αλληλογραφία με την οικογένεια, καθώς και παλιά εργαλεία, σχέδια εργαλείων και σχέδια χρήσης τους με σημειώσεις και παρατηρήσεις παλιών μαστόρων. Ακόμη, υπάρχουν χαρτογραφήσεις δρομολογίων των μπουλουκιών με βάση τις μαρτυρίες παλιών μαστόρων και κυρατζήδων (μεταφορέων).
Όσοι περάσετε από εκεί αξίζει να επισκεφθείτε αυτό το μουσείο και θα βρεθείτε για λίγο στα Μαστοροχώρια μιας άλλης εποχής.
Ήδη από πολύ νωρίς στην Ελλάδα οι άνθρωποι ασχολήθηκαν με τις τέχνες. Κι αυτές οι τέχνες ανέπτυξαν τον πολιτισμό που σήμερα θαυμάζεται παντού σε όλο τον κόσμο. Αυτές οι τέχνες βοήθησαν ακόμη και στην ανάπτυξη των ίδιων των ανθρώπων. Κάθε φορά που προσθέτουμε κάτι σε μια τέχνη, αυτόματα προσθέτουμε κάτι και στον πολιτισμό μας.
Το ίδιο έκαναν και εκείνοι οι άνθρωποι, οι κάτοικοι των Μαστοροχωρίων. Από ένα ορεινό τοπίο κατάφεραν να εκμεταλλευτούν την πέτρα, αλλά και το ξύλο, που υπήρχε παντού γύρω τους και να επινοήσουν τέχνες προσφέροντας στον πολιτισμό απείρου κάλλους κτήρια, γεφύρια και πολλά έργα ξυλογλυπτικής, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης. Με αυτό τον τρόπο και οι ίδιοι οι άνθρωποι κατάφεραν να εξελιχθούν τόσο οικονομικά όσο και πνευματικά. Είναι λοιπόν σημαντικό να μην αφήσουμε αυτή την τέχνη να χαθεί. Είναι μια κληρονομιά που κατάφερε να μείνει ζωντανή μέσα στους αιώνες και σίγουρα υπάρχουν ακόμη και σήμερα άνθρωποι με μεράκι και αγάπη που επιθυμούν να μάθουν, να εξελίξουν και να εντάξουν το παλιό στο μοντέρνο.