Friday, March 11, 2016

Ελλάδα η Ψωροκώσταινα!

Όλοι χρησιμοποιούμε συχνά τη λέξη Ψαροκώσταινα ή Ψωροκώσταινα για να περιγράψουμε την Ελλάδα. Πίσω από αυτή τη λέξη κρύβεται όμως και μια ιστορία. Γνωρίζατε ότι η Ψαροκώσταινα ήταν υπαρκτό πρόσωπο; Κι όμως!
Όταν το 1821 καταστράφηκε η πόλη των Κυδωνιών, της Μικράς Ασίας, μετά από την αποτυχημένη επαναστατική κίνηση που επιχειρήθηκε, ο πληθυσμός της σφάχτηκε και το σύνολό του εγκατέλειψε την όμορφη πόλη με ντόπια ή ψαριανά καράβια. Στην χαλασιά αυτή κατάφερε να σωθεί η Πανώρεια Χατζηκώστα, μια όμορφη αρχόντισσα με μεγάλη περιουσία. Ένας ναύτης τη βοήθησε και μαζί με άλλους την ανέβασαν σ’ ένα καράβι που ξεμπάρκαρε στα Ψαρά.
Τόσο τον άντρα της, τον Κώστα Αϊβαλιώτη, που ήταν πάμπλουτος έμπορος, όσο και τα παιδιά της, τους έσφαξαν μπρος τα μάτια της οι Τούρκοι. Στα Ψαρά, λοιπόν, όπου βρέθηκε (γι’ αυτό ονομάστηκε Ψαροκώσταινα) πάμφτωχη και ολομόναχη, οι συντοπίτες της και κυρίως ο Βενιαμίν ο Λέσβιος (δάσκαλος της Ακαδημίας των Κυδωνιών) την βοήθησαν και την προστάτεψαν.
Εκείνη ακολούθησε τον Βενιαμίν Λέσβιο από τα Ψαρά στην Ύδρα και από εκεί στο Ναύπλιο προσφέροντάς του της υπηρεσίες της.  Τον Αύγουστο του 1824 όμως, ο Βενιαμίν ο Λέσβιος πέθανε από τύφο. Από τότε για την Πανώρεια άρχισε ένας δυσβάστακτος αγώνας επιβίωσης. Μόνη και άγνωστη, βγάζει το ψωμί της πότε κάνοντας την αχθοφόρο, πότε την πλύστρα και πότε χάρη στην ελεημοσύνη όσων την συμπονούσαν.
Τη χρονιά αυτή υπογράφηκε και το πρώτο δάνειο για την Ελλάδα. Η ανάγκη εξοπλισμών και η ενίσχυση του στόλου ήταν άμεση. Ο τότε πρόεδρος του Εκτελεστικού, ο αγγλόφιλος Γεώργιος Κουντουριώτης, προσέφυγε στους Άγγλους, οι οποίοι με προθυμία χορήγησαν δυο δάνεια µε το αζημίωτο. Τ ο πρώτο δάνειο που πήρε η Ελλάδα από τους Άγγλους ήταν ονομαστικής αξίας 800.000 λιρών, αλλά µόνο 308.000 λίρες και εφόδια αξίας 11.900 λιρών δόθηκαν στην χώρα. Από το δεύτερο δάνειο, το 1825, ονομαστικής αξίας 2.000.000 λιρών, εισπράχθηκαν µόνο 1.100.000. Κρατήθηκαν για προηγούμενα δάνεια 529.000 λίρες και τα υπόλοιπα για τόκους, μεσιτικά και έξοδα! Τα δάνεια δεν τα έδωσαν, βέβαια, για να ενισχύσουν τον αγώνα εναντίον των Τούρκων, διότι τότε η Αγγλία υποστήριζε το δόγμα της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στόχευε όμως να εκτοπίσει από την «προστασία» τη Γαλλία και τη Ρωσία, όπως και τελικά πέτυχε!
Αξίωσαν όμως οι δανειστές µας και εγγυήσεις. Δεν ζήτησαν εκποίηση δηµόσιας περιουσίας, διότι κανείς δε θα αγόραζε από μια σε επανάσταση τουρκοκρατούμενη χώρα. Ζήτησαν, και τους παραχωρήθηκε, εγγύηση «επί της γης και των φθαρτών κτημάτων του Έθνους». Εάν δεν έφθανε στην ολοκλήρωσή της η ελληνική επανάσταση, θα «τα έβρισκαν» µε τους Τούρκους. Εάν απελευθερώνονταν η Ελλάδα, θα εμφανίζονταν ως οι «μεγάλοι ευεργέτες» και οι µόνοι «προστάτες».
Από αυτά τα δάνεια 156.000 λίρες εστάλησαν στην Αμερική για την κατασκευή δύο ατμοκίνητων φρεγατών. Τραπεζίτες και ναυπηγοί συνωμότησαν, κατά τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», µε τον Μεχµέτ Αλή της Αιγύπτου να καθυστερήσει η ναυπήγηση. Τελικά, έπειτα από προσφυγή της Ελλάδας και στο Κογκρέσο, παραδόθηκε µία κορβέτα, η «ΕΛΛΆΔΑ», την οποία πυρπόλησε ο Μιαούλης όταν ξέσπασε το κίνημα κατά του Καποδίστρια!
Παράλληλα, την περίοδο εκείνη η Επανάσταση δοκιμαζόταν από την επέλαση του Ιμπραήμ, ο οποίος εκτός από τις άλλες καταστροφές άφηνε στο πέρασμά του και εκατοντάδες ορφανά που συγκεντρώνονταν στο Ναύπλιο. Παρά τα προβλήματά της, η Πανώρεια ζήτησε και πήρε υπό την προστασία της παιδιά ορφανά. Για να τα θρέψει περνούσε από σπίτι σε σπίτι και ζητιάνευε. Είχε παραμελήσει σε τέτοιο βαθμό τον εαυτό της, που τα αλητάκια της παραλίας την πείραζαν και την φώναζαν Ψωροκώσταινα.
Το 1826 έγινε έρανος στο Ναύπλιο για να βοηθήσουν το μαχόμενο Μεσολόγγι. Έτσι μια Κυριακή, στήθηκε στη κεντρική πλατεία ένα τραπέζι και οι υπεύθυνοι του εράνου ζητούσαν από τους καταστραμμένους, πεινασμένους και χαροκαμένους Έλληνες να βάλουν πάλι το χέρι στην τσέπη για να βοηθήσουν τους μαχητές και τους αποκλεισμένους του Μεσολογγίου. Αλλά λόγω της φτώχειας και της εξαθλίωσης κανείς δεν πλησίαζε το τραπέζι. Όλων τα σπίτια δύσκολα τα έφερναν πέρα. Τότε η φτωχότερη όλων, η χήρα Χατζηκώσταινα, η Πανώρεια, έβγαλε το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε  στο δάχτυλό της και ένα γρόσι που είχε στην τσέπη της και τα ακούμπησε στο τραπέζι της ερανικής επιτροπής, λέγοντας: «Δεν έχω τίποτα άλλο από αυτό το ασημένιο δαχτυλίδι κι αυτό το γρόσι. Αυτά τα τιποτένια προσφέρω στο μαρτυρικό Μεσολόγγι».
Ύστερα απ’ αυτή την απρόσμενη χειρονομία, κάποιος από το πλήθος φώναξε: «Για δείτε, η πλύστρα η Ψωροκώσταινα πρώτη πρόσφερε τον οβολό της» κι αμέσως το φιλότιμο πήρε και έδωσε. Άρχισαν να αποθέτουν στο τραπέζι του εράνου λίρες, γρόσια και ασημικά. Αυτή ήταν η εξέλιξη της φτωχής προσφοράς της πλύστρας Χατζηκώσταινας, που από εκείνη τη στιγμή απαθανατίστηκε επίσημα πλέον, με το παρανόμι «Ψωροκώσταινα».
Ακόμα, έξι πλοία επρόκειτο να ναυπηγηθούν στην Αγγλία. Από αυτά το «Καρτερία» έφθασε στην Ελλάδα «εις κακήν κατάστασιν» ύστερα 13 μήνες, τον Σεπτέμβρη του 1926, το «Ακαταμάχητος» κάηκε στον Τάμεση και το «Επιχείρησις», όταν ανοίχτηκε στη θάλασσα, κινδύνευσε να βουλιάξει γιατί έσκασαν τα καζάνια. Από τα τρία μικρότερα έφθασε µόνο το «Ερμής» µε χαλασμένη μηχανή. 
Όταν ο Καποδίστριας έφθασε στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, είχε ήδη σημειωθεί ένα χρόνο νωρίτερα η πρώτη χρεοκοπία λόγω αδυναμίας καταβολής των τοκοχρεολυσίων. Ο κυβερνήτης γνώριζε την κατάσταση. Προσπάθησε να πετύχει ένα νέο δάνειο, αλλά όλες οι πόρτες ήταν κλειστές και για πολιτικούς λόγους. Άγγλοι και Γάλλοι τον θεωρούσαν «άνθρωπο του τσάρου».
Ο αρμόδιος για τα οικονομικά Π. Λιδωρίκης τον ενημέρωσε ότι «όχι µόνο χρήματα δεν υπάρχουν εις το Ταμείο, αλλά ούτε και Ταμείο υπάρχει, διότι δεν υπήρξε ποτέ!». Το «Ταμείο» άνοιξε µε 50.000 γαλλικά φράγκα, κατά το μεγαλύτερο μέρος από την προσωπική εισφορά του κυβερνήτη και συνδρομή ομογενών και φιλελλήνων. Με τον ερχομό του νεαρού βαυαρού βασιλιά Όθωνα το 1833, οι «προστάτες» αποφάσισαν να στηρίξουν τον «εκλεκτό» τους και πρόσφεραν δάνειο 60 εκατομμυρίων γαλλικών φράγκων. Τα 33 κρατήθηκαν για την αποπληρωμή των «δανείων της Ανεξαρτησίας», τα 12,5 εκατομμύρια δόθηκαν στην Τουρκία για την «εξαγορά» επαρχιών της Αττικής, της Εύβοιας και μέρους της Φθιώτιδος. Οι πιστωτές οδήγησαν για δεύτερη φορά την Ελλάδα, το 1843, σε χρεοκοπία.
Με τον ερχομό του βασιλιά Όθωνα έχουμε την πρώτη νομισματική μεταρρύθμιση.  Με Βασιλικό Διάταγμα της 8ης Φεβρουαρίου 1833, αντικαθίσταται ο Φοίνικας με την δραχμή. Παράλληλα μεταφέρετε η πρωτεύουσα της Ελλάδας από το Ναύπλιο στην Αθήνα, με σκοπό να τονιστεί η σύνδεση της νέας Ελλάδας με το ένδοξο παρελθών της αρχαιότητας.
Υπήρχαν, βέβαια και Έλληνες που προσπάθησαν με τα ελάχιστα που διέθεταν να στηρίξουν τις ανάγκες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η πλύστρα Πανώρεια, λοιπόν, δεν έδινε μόνο μαθήματα πατριωτισμού, αλλά και ανθρωπιάς, καθώς το ελάχιστο εισόδημά της το μοιραζόταν με ορφανά παιδιά αγωνιστών. Όταν μάλιστα ο Καποδίστριας ίδρυσε ορφανοτροφείο, προσφέρθηκε – γριά πια και με σαλεμένο τον νου από τον πόνο και τις στερήσεις –  να πλένει τα ρούχα των ορφανών χωρίς καμιά αμοιβή.
Και εκεί που άρχισε να χαίρεται για τα «παιδιά της» που είχαν βρει ρούχα και φαγητό, λίγους μόλις μήνες μετά τη λειτουργία του ιδρύματος η Πανώρεια πέθανε. Οι επίσημοι δεν την τίμησαν. Την τίμησαν όμως με τον καλύτερο τρόπο τα παιδιά του ορφανοτροφείου, τα οποία μέσα σε λυγμούς την συνόδευσαν ως την τελευταία της κατοικία.
Το 1841, μετά από πολυετείς προσπάθειες, ιδρύθηκε η Εθνική Τράπεζα με κεφάλαιο 5.000.000 δραχμών και παραχώρηση προνομίου για την έκδοση τραπεζικών γραμματίων στον κομιστή. Πρώτος Διευθυντής διορίστηκε ο Γ. Σταύρου και η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος άρχισε τις εργασίες της τον Ιανουάριο του 1842 προικοδοτημένη με κεφάλαιο 3.402.000 δραχμών.
Από το 1867 η Ελλάδα είχε προσχωρήσει τυπικά στο νομισματικό σύστημα της Λατινικής Ένωσης. Το σύστημα αυτό βασιζόταν στον διμεταλλισμό, δηλαδή είχε βάση την ισοτιμία του χρυσού και του αργύρου που ορίσθηκε σε 15,5 προς 1. Έτσι η Ελλάδα αναγκάστηκε να αυξήσει την περιεκτικότητα της δραχμής σε χρυσό κατά 0,29 γραμμάρια. Τα Ευρωπαϊκά νομίσματα των χωρών που συμμετείχαν στην Νομισματική Λατινική Ένωση, είχαν τυπωμένη στην πίσω πλευρά τους την ονομαστική τους αξία σε φράγκα. 
Η επανάσταση της Κρήτης το 1868 και ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1877-78 απέτρεψαν την εξέλιξη αυτή, καθώς για μία ακόμη φορά, η Ελλάδα αναγκάστηκε το 1877 να προχωρήσει σε παύση της μεταλλικής μετατρεψιμότητας.
Η Εθνική τράπεζα συνέχιζε τις εκδόσεις της, τυπώνοντας το 1867 χαρτονομίσματα των 10, 25 και 100 δραχμών, που ήταν και τα τελευταία Ελληνικά χαρτονομίσματα με τυπωμένη τη μία μόνο όψη τους. Παράλληλα, στα Χαρτονομίσματα αυτά του 1867 διακρίνεται και η αλλαγή στον Ελληνικό θρόνο με την αντικατάσταση του θυρεού του έκπτωτου Όθωνα με το θυρεό του Γεωργίου Α’.
Οι επόμενες εκδόσεις είναι σημαντικές καθώς τα χαρτονομίσματα έχουν πια τυπωμένη και την πίσω τους πλευρά και φέρουν τη σήμανση "N" δίπλα στην αριθμητική αναγραφή της ονομαστικής τους αξίας. Πρόκειται για τις  νέες δραχμές της Λατινικής Ένωσης.
Στην δεκαετία του 1870 η Λατινική Ένωση δοκιμάζετε σκληρά, νέα μεταλλεία και αλλαγές στις τιμές χρυσού και αργύρου, έκαναν δύσκολη υπόθεση την διατήρηση της ισοτιμίας για τα δύο μέταλλα. Κρούσματα κερδοσκοπίας εμφανίστηκαν καθώς τα νομίσματα αργυρά ή χρυσά λιώνονταν κατά περίπτωση, όταν η μεταλλική τους αξία γινόταν υψηλότερη της ονομαστικής. Η οικονομική κρίση της Ελλάδας κάτω από τα προβλήματα της Λατινικής Ένωσης και του βάρος των πολλών και μεγάλων δανείων που είχε, οδήγησε στην υποτίμηση της δραχμής το 1892 κατά 42% προς το Γαλλικό φράγκο. 
"Ο Τρικούπης αγωνιζόμενος
προς εύρεσιν δανείου"
Το 1893 η κυβέρνηση Τρικούπη κήρυξε πτώχευση, αρνούμενη να εξυπηρετήσει τα εξωτερικά δάνεια. Μετά την πτώχευση και την ταπεινωτική ήττα της Ελλάδας από την Τουρκία το 1897, ακολούθησε η εγκαθίδρυση της Διεθνούς Επιτροπής Οικονομικού Ελέγχου. 
Η επιτροπή αυτή, που αντιπροσώπευε τα συμφέροντα των ξένων δανειστών της χώρας, επέβαλε μία μακρά περίοδο δημοσιονομικής προσαρμογής, κάτι που επέτρεψε την ανατίμηση της ισοτιμίας της δραχμής, και την υιοθέτηση του κανόνα χρυσού-συναλλάγματος το 1910.
Στις αρχές του 1922 οι οικονομικοί πόροι της Ελλάδας είχαν εξαντληθεί από το πόλεμο. Η χρηματοδότηση της Μικρασιατικής Εκστρατείας βρισκόταν σε κίνδυνο. Ήταν η περίοδος που οι Τούρκοι υπό τον Κεμάλ Ατατούρκ άρχισαν να έχουν το πάνω χέρι στις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η περιοδεία του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη (1867-1922) και του Υπουργού Εξωτερικών Γεωργίου Μπαλτατζή (1868-1922) στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για τη σύναψη δανείου δεν καρποφόρησε. Σε μία ύστατη προσπάθεια, στις 11 Φεβρουαρίου 1922 ο Γούναρης συμφώνησε με ομάδα Άγγλων κεφαλαιούχων για δάνειο ύψους 15.000.000 δραχμών, που όμως δεν εκταμιεύτηκε ποτέ.
Μετά την επιστροφή του στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου, ο Γούναρης έσπευσε να ενημερώσει τους στενούς συνεργάτες του σχετικά με την αποτυχία του ταξιδιού του στην Ευρώπη. Τους τόνισε ότι η χώρα χρειαζόταν επειγόντως πόρους, που δεν μπορούσαν να προέλθουν από τη χρονοβόρο διαδικασία της αύξησης της φορολογίας ή των δασμών.
Μόλις ολοκληρώθηκε η ενημέρωση, έμεινε μόνος στο πρωθυπουργικό γραφείο με τον Υπουργό Οικονομικών και Επισιτισμού Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη (1860-1922). Ο Πρωτοπαπαδάκης έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα χαρτονόμισμα των εκατό δραχμών το έκοψε στα δύο και, κρατώντας τα, τα έδειξε στον Γούναρη. Επρόκειτο για ένα είδος εσωτερικού αναγκαστικού δανεισμού, με το πρωτότυπο μέτρο της διχοτόμησης του νομίσματος, της δραχμής εν προκειμένω.
Ένα μήνα αργότερα, στις 21 Μαρτίου 1922, ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης, μιλώντας από το βήμα της Βουλής για τον προϋπολογισμό του 1921-1922, αποκάλυψε το σχέδιό του για τη σύναψη αναγκαστικού εσωτερικού δανείου. Έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτονόμισμα και το επέδειξε στη Βουλή λέγοντας: «Ιδού κύριοι, έν εκατοντάδραχμον. Προς τα δεξιά είναι η εικών του Γεωργίου Σταύρου, προς τα αριστερά το Βασιλικόν Στέμμα. Ευθύς ως το νομοσχέδιον ψηφισθή θα διχοτομήσω το εκατοντάδραχμον. Και το τεμάχιον το φέρον την εικόνα του Γ. Σταύρου θα εξακολουθήση κυκλοφορούν ως νόμισμα 50 δραχμών, το δε έτερο ήμισυ-αφού το στέμμα-θα αποτελή ομολογίαν 50 δραχμών». Η έκπληκτη Βουλή δέχθηκε την αγόρευση Πρωτοπαπαδάκη με «διαμαρτυρίας, γέλωτας και ραγδαία χειροκροτήματα», όπως αναφέρονται στα Πρακτικά της σώματος.
Το μέτρο της διχοτόμησης του χαρτονομίσματος προκάλεσε ζωηρή συζήτηση, τόσο εντός, όσο και εκτός του κοινοβουλίου. Υποστηρίχθηκε ότι κλόνιζε την εμπιστοσύνη στο νόμισμα, ενώ σύμφωνα με τον Ριζοσπάστη έπληττε τα λαϊκά στρώματα του πληθυσμού. Ο πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης παραδέχθηκε ότι το μέτρο παρουσίαζε πολλές αδυναμίες, αλλά ήταν το πιο ενδεδειγμένο για τις κρίσιμες στιγμές που περνούσε η χώρα, αφού εξωτερικό δάνειο δεν είχε εξασφαλισθεί και  εσωτερικό δάνειο δεν μπορούσε να επιδιωχθεί με κλονισμένη την αξία του νομίσματος. Η φιλελεύθερη αντιπολίτευση ετάχθη κατά του νομοσχεδίου.
Το νομοσχέδιο ψηφίσθηκε στις 25 Μαρτίου 1922 με ψήφους 151 έναντι 148 και η διχοτόμηση του νομίσματος έγινε νόμος του κράτους με αριθμό 2749. Από το αναγκαστικό δάνειο εξαιρέθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και οι ξένες εταιρείες.
Το αναγκαστικό δάνειο του Πρωτοπαπαδάκη απέφερε στο Δημόσιο το σημαντικό ποσό των 1.550.000.000 δραχμών. Βοήθησε να αντιμετωπισθούν οι άμεσες ανάγκες έως το φθινόπωρο του 1922, αλλά δεν έλυσε το οικονομικό πρόβλημα της χώρας. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη των προσφύγων, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας έγινε επιτακτικός.
Την περίοδο 1924-1931 συνομολογήθηκαν εννιά εξωτερικά δάνεια, συνολικά 992.000.000 χρυσά φράγκα ή 14.900.000.000 δραχμές. Τα δάνεια αυτά προήλθαν από την Μεγάλη Βρετανία κατά 48%, τις ΗΠΑ κατά 31% και τα υπόλοιπα σε μικρότερα ποσοστά από το Βέλγιο, τη Σουηδία, τη Γαλλία, την Ολλανδία, την Ελβετία, την Αίγυπτο και την Ιταλία. Τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν για την αποκατάσταση των προσφύγων, την εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού, τη σταθεροποίηση της δραχμής και παραγωγικά. Την ίδια περίοδο η εξυπηρέτηση του εξωτερικού δανεισμού απορροφούσε το 29% των τακτικών εσόδων. Συνολικά την περίοδο 1824-1932 η Ελλάδα είχε δανεισθεί από το εξωτερικό 2.200.000.000 χρυσά φράγκα. Μέχρι το 1932 είχαμε αποσβέσει 2.380.000.000 χρυσά φράγκα δηλαδή 183 δις περισσότερα απ' όσα είχαμε δανεισθεί και πάλι χρωστούσαμε 2 δις χρυσά φράγκα. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 χτύπησε και την Ελλάδα. Η φορολογία αυξήθηκε και λήφθηκαν έκτακτα οικονομικά μέτρα. Παρ' όλα αυτά το 1932 κηρύχθηκε η τέταρτη πτώχευση. Η εξάρτηση της Ελλάδας από ξένα κεφάλαια την έκανε ευάλωτη σε διεθνείς οικονομικές και πολιτικές συγκυρίες.
"Η μις Δανία και... ημείς Δάνειον"
Σημαντικό ρόλο στην εποχή έπαιξε η διεθνής οικονομική κρίση του 1929-1932, με άμεσες συνέπειες την κατάρρευση τραπεζών και την αύξηση της ανεργίας. Εκείνη την περίοδο το 60-70% των εξαγωγών αποτελούσαν η σταφίδα και ο καπνός. Ειδικότερα, η εξαγωγή καπνού ήταν η σημαντικότερη πηγή εσόδων στις εξαγωγές και τη φορολογία, ενώ η καλλιέργειά του γίνεται στη βόρεια Ελλάδα. Οι εξαγωγές μειώθηκαν σταθερά από το 1929 μέχρι το 1933. Τα έσοδα από τις εξαγωγές καπνού το 1932 ήταν τα μισά από τα έσοδα το 1929. Λόγω της οικονομικής κρίσης το εμπόριο κάμφθηκε, ενώ η υποτίμηση του νομίσματος και η χαμηλή αγοραστική δύναμη παρέσυρε τη βιομηχανία και τη ναυτιλία. Έγιναν στρατιωτικά κινήματα φιλοβενιζελικά και μη, ενώ επανήλθε η βασιλεία, επικράτησε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936, δηλαδή η δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, μέχρι την κατάκτηση από τη Ναζιστική Γερμανία. Εκείνη την περίοδο υπήρχε σοβαρή αναντιστοιχία στους οικονομικούς δείκτες και τους μισθούς των εργαζομένων προκαλώντας κοινωνικές αναταραχές. Τότε λήφθηκαν σοβαρά μέτρα κοινωνικής ασφάλισης, όπως η ίδρυση του ΙΚΑ το 1937, με σκοπό να μειωθεί η κοινωνική αντίδραση.
Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Ελλάδα κατακτήθηκε από τη Γερμανία. Ένα από τα επακόλουθα της κατοχής ήταν η καταστροφή των παραγωγικών δομών και ο λιμός. Οι πόροι της Ελλάδας δέχονταν υπερεκμετάλλευση, ενώ μερικά δάση εξαφανίστηκαν από την υπερυλοτομία. Σημαντικά εγγειοβελτιωτικά έργα, όπως γέφυρες, καταστράφηκαν είτε από τους Γερμανούς ή από αντιστασιακές ενέργειες. Πριν την Γερμανική εισβολή, ο Ελληνικός Χρυσός της Τράπεζας της Ελλάδος είχε φυγαδευτεί με μουλάρια και καράβια νύχτα για το Κάιρο. Κατά την κατοχή η υποτίμηση της δραχμής ήταν καθημερινή και αισθητή ακόμα και στις πιο μικρές συναλλαγές. Οι έμποροι προσπαθούσαν να εξαργυρώσουν το χρήμα σε είδος πριν τη δύση του ήλιου, για να προλάβουν την υποτίμηση. Επιπλέον, οι Γερμανοί εφάρμοσαν στην Ελλάδα ένα σύστημα απόσπασης του κυκλοφορούντος πλούτου από την αγορά, το οποίο στηριζόταν στην εξαπάτηση. Στην Αθήνα ένας καφές κόστιζε 1.000.000 δραχμές.
Υποτίμηση της δραχμής κατά την περίοδο της Κατοχής
Μετά το τέλος της κατοχής μια λίρα Αγγλίας ισοδυναμούσε με 7.000.000.000 περίπου δραχμές. Με την λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου (1944), πρώτο μέλημα της χώρας ήταν η ανασυγκρότησή της από την κατοχική καταστροφή που είχε φθάσει 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Το δεύτερο πρόβλημα ήταν ο Εμφύλιος Πόλεμος και το τρίτο οι υπέρογκες στρατιωτικές δαπάνες, οι μεγαλύτερες στη Δυτική Ευρώπη και που έφθαναν στο 27,5% των συνολικών εξόδων. Το τεταμένο πολιτικό και κοινωνικό κλίμα δημιούργησε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, λόγω έλλειψης εσωτερικής ασφάλειας και της ένοπλης σύρραξης. Η Ελλάδα εντάχθηκε στο σχέδιο Μάρσαλ, αλλά εξαιτίας του εμφυλίου τα κονδύλια δε μπορούσαν να αποφέρουν οικονομική ανάπτυξη, ενώ ένα μέρος από αυτά χρησιμοποιήθηκε για τις ένοπλες συρράξεις. Εκτός αυτού στην Ελλάδα δόθηκε μόνον ένα μικρό μέρος από την οικονομική υποστήριξη που προέβλεπε αρχικά το σχέδιο. Ο εμφύλιος πόλεμος σημάδεψε τη μετέπειτα πορεία της Ελλάδας και στην οικονομία. Οι αντίπαλες πλευρές υποστήριζαν δύο αντίθετα από οικονομική άποψη παγκόσμια οικονομικά συστήματα τον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό. Επιπλέον, η κοινωνική διάλυση που προκάλεσε ο εμφύλιος επηρέασε την Ελλάδα γενικά, άρα και οικονομικά, αρκετές δεκαετίες μετά τη λήξη του. Επίσημα, σταμάτησαν οι εμπόλεμες συρράξεις στην Ελλάδα με τη Συμφωνία της Βάρκιζας το έτος 1944.
Οι Συνελεύσεις που ακολούθησαν την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, όμως, ακόμα και μετά τον θάνατο της Πανώρειας Χατζηκώστα συχνά πυκνά αναφέρονταν στο προσωνύμιο της Ψωροκώσταινας. Ήθελαν τότε με την έννοια να εκφράσουν την άθλια κατάσταση του νευραλγικού νεοσύστατου κράτους.
Αλλά και αργότερα το 1942 στην συνεδρίαση της πρώτης Βουλής, κάποιος βουλευτής επανέλαβε τον χαρακτηρισμό Ψωροκώσταινα για την Ελλάδα. Από τότε κατοχυρώθηκε πλέον ο χαρακτηρισμός που περιφρονητικά δηλώνει την κατάσταση που έχει επέλθει η χώρα μας. Εξάλλου μέχρι και σήμερα «πολλοί από την Ψωροκώσταινα ζητούν να ζήσουν».
Κλείνοντας, φυσικά η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται και θα ήταν λάθος να μιλάμε για κάτι τέτοιο. Ωστόσο, με δεδομένο το παρελθόν του ελληνικού κράτους, καλό θα ήταν να κατανοήσουμε ότι στην πραγματικότητα ποτέ καμία εξωτερική «βοήθεια» δε μας οδήγησε στην ευημερία. Ίσως θα έπρεπε να στηριχτούμε στις δικές μας δυνάμεις και να εκμεταλλευτούμε όλον αυτόν τον πλούτο που μας χαρίζει απλόχερα ο τόπος μας. 

Και ίσως τελικά το προσωνύμιο «Ψαροκώσταινα» ή «Ψωροκώσταινα» να μην είναι και τόσο υποτιμητικό. Η σύγχρονη Ελλάδα, όπως και η Πανώρεια Χατζηκώστα, αν και φτωχή, παραδίδει συνεχώς μαθήματα ήθους και ανθρωπιάς βοηθώντας, τις περισσότερες φορές αφιλοκερδώς, όλους όσοι έχουν ανάγκη, μοιράζοντας ακόμα και τα ελάχιστα αγαθά που μπορεί να έχει. Όπως η Ψαροκώσταινα δε ζήτησε κανένα αντάλλαγμα για τα όσα προσέφερε, έτσι και η Ελλάδα έχει προσφέρει απλόχερα στον υπόλοιπο κόσμο και χωρίς ανταλλάγματα τη Δημοκρατία, τον πολιτισμό και τις επιστήμες που η ίδια γέννησε και ανέπτυξε.