Monday, February 8, 2016

Η ασυμμετρία των 5 ωρών 46 λεπτών και κάτι ψιλά στο Χρόνο...

Όλοι οι άνθρωποι πάνω στη γη μιλούν συνεχώς για τον χρόνο. Τον χρησιμοποιούν σε διάφορες εκφράσεις, ώστε να δηλώσουν την έλλειψη του, όπως για παράδειγμα «δεν έχω χρόνο», ή το πόσο γρήγορα αυτός κυλάει, για παράδειγμα «πόσο γρήγορα πέρασε ο χρόνος!». Είναι ταυτόχρονα μια έννοια αφηρημένη και μια έννοια συγκεκριμένη. Χρόνος είναι οι ώρες, οι ημέρες, οι μήνες, τα χρόνια και οι αιώνες, αλλά επιπλέον είναι και οι εποχές. Μπορούμε να βρούμε πολλές παροιμίες και διάφορα άλλα αποφθέγματα με θέμα τον χρόνο, όμως, αλήθεια, τι είναι ο χρόνος, πώς, πού και πότε επινοήθηκε;
Ηλιακό ρολόι
Η μελέτη της περιοδικότητας των ουράνιων αλλά και των γήινων φαινομένων, όπως οι εποχές και οι εκλείψεις, μέσω λεπτομερών και μακροχρόνιων καταγραφών, γέννησε την έννοια του Ημερολογίου. Η πολυπλοκότητα των ημερολογίων οφείλεται κυρίως στην ασυμμετρία των αστρονομικών περιόδων πάνω στις οποίες στηρίζονται. Ο χρόνος έχει ακριβώς 365 ημέρες, 5 ώρες, 48 λεπτά, 46 δευτερόλεπτα και μερικά δέκατα του δευτερολέπτου. Είναι αδύνατο να δημιουργηθούν ένα ή περισσότερα ημερονύκτια με πολλαπλάσιο τις 5 ώρες, τα 48 λεπτά, τα 46 δευτερόλεπτα και τα δέκατα του δευτερολέπτου. Έτσι, οι άνθρωποι από την αρχαιότητα παρατήρησαν ότι ο εορτασμός των ιστορικών γεγονότων και των θεοτήτων σε συγκεκριμένους μήνες και μέρες άρχισαν να παρεκκλίνουν πολύ από τις αρχικές ημερομηνίες που εορτάζονταν εξαιτίας του περισσεύματος του χρόνου.
Έτσι, στην αρχαία Ελλάδα, με το σύστημα της "πόλης κράτους" που επικρατούσε, κάθε κοινότητα είχε το δικό της ημερολόγιο. Τα ελληνικά ημερολόγια είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα: ήταν σεληνιακά. Όλα, επίσης, χώριζαν το χρόνο σε 12 μήνες και για να κρατούνται σταθεροί κατέφευγαν στην ανάγκη να επαναλαμβάνουν ένα μήνα ή να έχουν και 13ο μήνα.
Ρωμαϊκό Ιουλιανό Ημερολόγιο
Όσον αφορά στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, το έτος του Ρωμύλου αποτελούνταν μόνο από 304 ημέρες, που τις χώριζαν σε 10 μήνες με πρώτο μήνα το Μάρτιο. Ο Νουμάς, αργότερα, πρόσθεσε δύο μήνες ακόμα, τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο, και καθιέρωσε το σεληνιακό ημερολόγιο. Έτσι, η διάρκεια του έτους έγινε 355 ημέρες. Οι μήνες Μάρτιος, Μάιος, Κουιντίλις (Ιούλιος) και Οκτώβριος είχαν 31 ημέρες ο καθένας, οι μήνες Απρίλιος, Ιούνιος, Σεξτίλις (Αύγουστος), Σεπτέμβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος και Ιανουάριος είχαν από 29 ημέρες, ενώ ο Φεβρουάριος είχε 28 ημέρες. Το ρωμαϊκό ημερολόγιο δέχτηκε δύο σοβαρές μεταρρυθμίσεις, την πρώτη από τον Ιούλιο Καίσαρα, που έδωσε και το όνομά του στο μήνα Κουιντίλις, και η άλλη από τον Αύγουστο, που το όνομά του πήρε ο μήνας Σεξτίλις.
Η πρώτη μεταρρύθμιση βασίστηκε στο εξής γεγονός: η παρεμβολή του εμβόλιμου μήνα για τη σταθερότητα των μηνών σε ορισμένες περιόδους γινόταν αρχικά κάθε δύο χρόνια. Το δικαίωμα όμως παρεμβολής είχαν οι ιεράρχες. Έτσι πολύ συχνά εγκαταλείπονταν, με αποτέλεσμα να ξεφύγουν οι μήνες από την κανονική τους θέση στο φυσικό έτος. Όταν ο Ιούλιος Καίσαρας έγινε μέγιστος ποντίφικας (63 π.Χ.),  πρόσθεσε, εκτός από τον εμβόλιμο μήνα που αντιστοιχούσε, και άλλους δύο, έτσι ώστε το έτος απέκτησε 355 ημέρες και ονομάστηκε έτος σύγχυσης. Αυτό, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να ξαναποκτήσουν οι μήνες την κανονική τους θέση. Πρόσθεσε, επίσης, 10 ημέρες, έτσι ώστε το έτος απέκτησε 365 ημέρες. Κάθε μήνας είχε εκ περιτροπής 30 και 31 ημέρες, εκτός από το Φεβρουάριο που είχε 28. Με διάταγμα καθόρισε να προστίθεται κάθε 4 χρόνια η εμβόλιμη ημέρα και να λογαριάζεται ως 29η Φεβρουαρίου. Από παρανόηση της συγκλήτου, στα 4 χρόνια λογαριαζόταν και το πρώτο, με αποτέλεσμα η παρεμβολή να γίνεται κάθε 3 χρόνια. Έτσι το έτος 8 π.Χ. έφτασε να αρχίζει τρεις ημέρες αργότερα. Ο Αύγουστος, με την επεξεργασία Ελλήνων αστρονόμων, διόρθωσε το σφάλμα με το να μην προσθέτουν εμβόλιμη ημέρα για 12 χρόνια. Το ρωμαϊκό ημερολόγιο διαδόθηκε σ' όλο τον κόσμο με τις ρωμαϊκές κατακτήσεις.
Αλλά ο απολυταρχισμός των ιερέων, οι οποίοι, άλλοτε αύξαναν το μήκος του έτους προκειμένου να παραμένουν στην εξουσία οι ευνοούμενοί τους συγκλητικοί, και άλλοτε το μείωναν, ώστε να τελειώνει γρήγορα η θητεία των αντιπάλων τους, είχαν καταστήσει το υπάρχον ημερολογιακό σύστημα μη λειτουργικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι το έτος 46 π.Χ. διήρκεσε 445 ημέρες, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να προστεθούν τόσες ημέρες, ώστε αυτό να ευθυγραμμιστεί με την εαρινή ισημερία. Ο Καίσαρ ονόμασε αυτό το έτος «ultimus annus confusionis» (τελευταίο έτος σύγχυσης) και κάλεσε τους καλύτερους φιλόσοφους και μαθηματικούς της εποχής προκειμένου να δημιουργήσουν το νέο ημερολόγιο.
Ανάμεσα στους προσκεκλημένους του αυτοκράτορα ήταν και ο Σωσιγένης, Αλεξανδρινός αστρονόμος, τον οποίο ο Καίσαρ είχε γνωρίσει στο παλάτι της Κλεοπάτρας και με τον οποίο είχε συζητήσει τις πιθανές μετατροπές του ημερολογιακού συστήματος. Μετά από εισήγηση του Σωσιγένη αποφασίστηκε να υιοθετηθεί το ημερολόγιο του Πτολεμαίου Γ΄, σύμφωνα με το οποίο ένα έτος 365 ημερών ίσχυε για 3 χρόνια και στην συνέχεια υπήρχε ένα έτος με 366 ημέρες.
Με το Ιουλιανό Ημερολόγιο, που πήρε το όνομά του από τον Ιούλιο Καίσαρα, ο
Φεβρουάριος μετατέθηκε από τελευταίος μήνας του έτους σε δεύτερος, αμέσως μετά τον Ιανουάριο και είχε 30 μέρες. Μεταξύ της 24ης και 25ης Φεβρουαρίου πρόσθεταν κάθε 4 χρόνια μία επιπλέον μέρα, δηλαδή η 24η Φεβρουαρίου υπολογιζόταν δύο φορές. Κι επειδή η μέρα αυτή ήταν η έκτη μέρα πριν από τις Καλένδες του Μαρτίου (1η Μαρτίου), η δεύτερη 24η Φεβρουαρίου που προστέθηκε ονομάστηκε δις έκτη μέρα, δηλαδή δεύτερη έκτη μέρα πριν από το Μάρτιο. Με τον καιρό, ο όρος «δίσεκτος» έμεινε για ολόκληρο το έτος που έχει μία μέρα περισσότερη από τα κοινά.
Αργότερα, από τον Φεβρουάριο αφαιρέθηκε μία ακόμη μέρα και άλλη μία επί του Αυγούστου, που προστέθηκε, προς τιμή του αυτοκράτορα, στον μήνα Αύγουστο. Έτσι, ο Φεβρουάριος παρέμεινε με 28 μόνον ημέρες. Από τους μεταχριστιανικούς χρόνους, η επιπλέον μέρα προστίθεται στο τέλος του Φεβρουαρίου, ο οποίος στο δίσεκτο έτος έχει 29 μέρες αντί για 28.
Κατά τη διάδοση του χριστιανισμού, αρχικά, δε χρειάστηκε να καθιερωθεί μια σταθερή ημερομηνία για την γέννηση και την ανάσταση του Χριστού. Όταν άρχισε, όμως, να εξαπλώνεται στον υπόλοιπο κόσμο, εμφανίστηκαν τα πρώτα προβλήματα. Για παράδειγμα, διαφορετικές χώρες είχαν τον δικό τους τρόπο προσέγγισης και εορτασμού της πρώτης ημέρας του χρόνο – αλλού εορταζόταν κατά την εαρινή ισημερία και αλλού κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο – γεγονός που οδήγησε στην ανάγκη για μεταρρύθμιση, αφού ο εορτασμός του Πάσχα τοποθετήθηκε κατά την εαρινή ισημερία, μετά την 21η Μαρτίου.
Ορισμός ημερομηνίας των Χριστουγέννων
Η χρονολόγηση από τη γέννηση του Χριστού προτάθηκε από τον Σκύθη μοναχό και εκκλησιαστικό συγγραφέα Διονύσιο τον Μικρό (532 μ.Χ.), ηγούμενο μοναστηριού στη Ρώμη, κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Μέχρι τότε, η χρονολόγηση γινόταν, είτε με αφετηρία την Κτίση της Ρώμης είτε "από Διοκλητιανού", δηλαδή με αφετηρία την  29η Αυγούστου του 284 μ.Χ., ημερομηνία κατά την οποίαν ο Διοκλητιανός ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας. Αφού, λοιπόν, δημιουργήθηκε η χρονολόγηση με αφετηρία τη γέννηση του Χριστού, οι μετέπειτα προσπάθειες των σοφών επικεντρώθηκαν στον ακριβή προσδιορισμό της ημερομηνίας της.
Πότε, όμως, γεννήθηκε ο Χριστός; Αρχικά, η γιορτή ήταν κινητή και εορταζόταν είτε στις 6 Ιανουαρίου με τα Θεοφάνια, είτε στις 22 Δεκεμβρίου, την ημέρα του χειμερινού ηλιοστασίου. Η καθιέρωση, βέβαια, της γιορτής στο χειμερινό ηλιοστάσιο είχε το μεγάλο πλεονέκτημα, για την επίσημη Εκκλησία, ότι συνέπιπτε με μεγάλες ειδωλολατρικές γιορτές, όπως τα Σατουρνάλια, προς τιμήν του Κρόνου, και τα Μπρουμάλια, τον παγανιστικό εορτασμό της μικρότερης μέρας του έτους, που ο Χριστιανισμός ήθελε να εξαλείψει. Έτσι, τα Χριστούγεννα, τοποθετήθηκαν την 25η Δεκεμβρίου. Όμως, ο Διονύσιος θεώρησε, κατά σύμβαση, ότι η γέννηση του Χριστού έλαβε χώρα το "έτος 1".
Η σύγχυση στον ορισμό των δεκαετιών απ' την απόφαση αυτή του Διονυσίου του Μικρού δημιουργήθηκε η ασάφεια για το τέλος των δεκαετιών. Δηλαδή, δεν έλαβε υπόψη του το "έτος μηδέν". Γιατί, όμως, δεν υπολόγισε το "έτος μηδέν"; Για τον απλούστατο λόγο, ότι την εποχή εκείνη στη Δύση χρησιμοποιούσαν το ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης, με τα λατινικά αριθμητικά σύμβολα που δεν περιείχαν το μηδέν. Στη συνέχεια, η γιορτή από τη Δύση έφτασε στην Ανατολή και η παράδοση αναφέρει ότι η 25η Δεκεμβρίου καθιερώθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 378 μ.Χ. από τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο, τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.
Ορισμός ημερομηνίας του Πάσχα
Ο καθορισμός της ημερομηνίας του Πάσχα ήταν ένα από τα θέματα που απασχόλησαν την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ.. Εκεί, έπειτα από παρέμβαση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, αποφασίστηκε να εορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο που συμβαίνει μετά την εαρινή ισημερία. Οι εκκλησίες της Μικράς Ασίας συνέχισαν, όμως, να γιορτάζουν το Πάσχα στις 14 του Νισάν (μήνας στο εβραϊκό ημερολόγιο) για περισσότερο από μια εκατονταετία, ίσως και ως τον 7ο αιώνα μ.Χ.. Αποτέλεσμα είναι να εορτάζεται το ορθόδοξο Πάσχα συνήθως μία εβδομάδα μετά το καθολικό.
Γρηγοριανό Ημερολόγιο
Ο Σωσιγένης όταν πρότεινε στο Ιουλιανό Ημερολόγιο την θέσπιση του νέου έτους, ο υπολογισμός πλέον είχε ένα λάθος κατά 11 λεπτά και 15 δευτερόλεπτα μόνο, μεγαλύτερο του τροπικού, με αποτέλεσμα με το πέρασμα του χρόνου, οι μετρούμενες με το Ιουλιανό Ημερολόγιο ημέρες να καθυστερούν προς τις εποχές, το αντίθετο δηλαδή απ’ ό, τι συνέβαινε με το ημερολόγιο του Νουμά. Η ανωμαλία αυτή συνεχίστηκε μέχρι το 1582, όταν καθιερώθηκε από τον πάπα Γρηγόριο τον ΙΓ΄ το νέο ή Γρηγοριανό Ημερολόγιο, επαναφέροντας την εαρινή Ισημερία, που εκείνη τη χρονιά συνέβη όχι στις 21, αλλά στις 11 Μαρτίου, στα σωστά της μέτρα. Με βάση τις προτάσεις των αστρονόμων Χριστόφορου Κλάβιου και L. Lilio, ο Γρηγόριος μετονόμασε την 5η Οκτωβρίου σε 15η Οκτωβρίου 1582! Και για να μην δημιουργηθεί ξανά το ίδιο πρόβλημα, όρισε κάθε 400 χρόνια να θεωρούνται δίσεκτα όχι 100 έτη (400:4), αλλά μόνο 97.
Σημειώνεται ότι όταν αναφέρεται κανείς σε γεγονότα που συνέβησαν σε χώρα που ίσχυε το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τα συγκρίνει χρονικά με γεγονότα που συνέβησαν σε χώρα ή χώρες που ίσχυε το Ιουλιανό, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η διαφορά αυτή, συνήθως με αναγραφή δυο ημερομηνιών ταυτόχρονα (παράδειγμα: «Η Ναυμαχία του Ναβαρίνου έγινε στις 20 Οκτωβρίου / 8 Οκτωβρίου 1827», γιατί η ημερομηνία που κατέγραφαν στα ημερολόγιά τους τα βρετανικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία ήταν 20 Οκτωβρίου, ενώ για τους Έλληνες η ημερομηνία ήταν 8 Οκτωβρίου 1827). Η πρώτη ημέρα του νέου έτους είχε ήδη καθοριστεί σε όλες τις Δυτικές χώρες την 1η Ιανουαρίου κατά τον δέκατο πέμπτο και δέκατο έκτο αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των χωρών που έγιναν προτεσταντικές την περίοδο εκείνη, όπως η Γερμανία, η Σουηδία και η Αγγλία.
Γρηγοριανό ή Ιουλιανό Ημερολόγιο;
Υπήρχε προγενέστερη σύγχυση όσον αφορά στο Γρηγοριανό ημερολόγιο, αφού κράτος και εκκλησία χρησιμοποιούσαν διαφορετικά συστήματα χρονολόγησης.
Οι αντιδράσεις για το Γρηγοριανό ημερολόγιο ήταν έντονες, καθώς οι μη Καθολικές χώρες αρνήθηκαν να υιοθετήσουν μια καθολική εφεύρεση. Λίγες χώρες το υιοθέτησαν από τις 15 Οκτωβρίου 1582 – η Ιταλία, η Πολωνία, η Ισπανία και η Πορτογαλία. Χρειάστηκε ένας περίπου αιώνας για να υιοθετηθεί από τα προτεσταντικά κράτη, ενώ Αγγλία και Αμερική το αποδέχτηκαν μόλις το 1752. Το ίδιο συνέβη και στην Ανατολή, όπου όλα τα ορθόδοξα κράτη συνέχισαν να ακολουθούν το Ιουλιανό έως τον 20ο αιώνα.
Το 1919 η ελληνική πολιτεία ανακίνησε και πάλι το ημερολογιακό θέμα και τελικά τον Ιανουάριο του 1923 αντικατέστησε νομοθετικά το Ιουλιανό Ημερολόγιο με το Γρηγοριανό και όρισε την έναρξη της εφαρμογής του την 16η Φεβρουαρίου 1923. Για να γίνει η διόρθωση η 16η Φεβρουαρίου ονομάστηκε 1η Μαρτίου, δηλαδή αφαιρέθηκαν 13 ημέρες από το έτος 1923. Αυτό έγινε γιατί στις 10 ημέρες λάθους μεταξύ Γρηγοριανού και Ιουλιανού από το 325 έως το 1582 είχε επέλθει καθυστέρηση και άλλων τριών ημερών στα περίπου 340 χρόνια που είχαν παρέλθει από την πρώτη εισαγωγή του Γρηγοριανού Ημερολογίου. Γι’ αυτό άλλωστε το έτος 1923 στην Ελλάδα δεν είχε 365 ημέρες αλλά 352, οπότε και κανένας Έλληνας υπήκοος δεν έχει πιστοποιητικό γέννησης με ημερομηνία από 16 έως 28 Φεβρουαρίου!
Αλλά λίγες μέρες αργότερα τα πράγματα περιπλέχθηκαν, όταν ήρθε η 25η Μαρτίου και θα έπρεπε να χωριστεί η γιορτή του Ευαγγελισμού από την γιορτή της Εθνεγερσίας. Τότε έγινε σαφές ότι η συνύπαρξη δύο ημερολογίων θα προκαλούσε προβλήματα. Η Εκκλησία της Ελλάδος, αποφάσισε να χρησιμοποιεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο για τις θρησκευτικές γιορτές με εξαίρεση τη γιορτή του Πάσχα.
Άλλες θρησκείες
Στην Κίνα, με τους περισσότερους από 1 δισεκατομμύριο κατοίκους, η αντίστοιχη Πρωτοχρονιά, βάσει του εορταστικού ημερολογίου που ακολουθεί η χώρα, είναι στις 8 Φεβρουαρίου. Το Κινεζικό ημερολόγιο είναι ένα σεληνιακό – ηλιακό ημερολόγιο και η παράδοση λέει πως αναπτύχθηκε από τον πρώτο αυτοκράτορα, Χουάνγκ Ντι (Huang Di) ή Κίτρινο Αυτοκράτορα (περίπου 2698-2599 π.Χ.). Σήμερα ωστόσο στην Κίνα για τις καθημερινές δραστηριότητες χρησιμοποιείται το Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Η πρώτη μέρα του 2016 είναι για τους μουσουλμάνους η 20η μέρα του μήνα Rabī‘ al-Awwal στα αραβικά (και μεταφράζεται ως «πρώτη άνοιξη»). Το ισλαμικό ημερολόγιο είναι ένα καθαρά σεληνιακό και έχει 12 εναλλασσόμενους μήνες των 30 και 29 ημερών.
Στο εβραϊκό ημερολόγιο αντίστοιχα, η πρώτη ημέρα του 2016 αντιστοιχεί στην 20η μέρα, του μήνα Taveth (Δεκέμβριος – Ιανουάριος). Το εβραϊκό ή ιουδαϊκό ημερολόγιο είναι ένας συνδυασμός ηλιακού και σεληνιακού ημερολογίου, δηλαδή ηλιοσεληνιακό.
Στο δε ιρανικό ημερολόγιο ή περσικό, η 1η Ιανουαρίου 2016 είναι η 11η ημέρα του μήνα Dey. Το περσικό έτος ξεκινά συνήθως στις 21 Μαρτίου του Γρηγοριανού Ημερολογίου, δηλαδή κατά την εαρινή ισημερία. Το συγκεκριμένο ημερολόγιο είναι ένα αστρονομικό, ηλιακό και ένα από τα παλαιότερα συστήματα χρονολόγησης.
Αντίστοιχα στο ινδικό πολιτικό ημερολόγιο η πρώτη μέρα του έτους 2016 της Δύσης, είναι η 11 ημέρα του μήνα Pausa. Τα έτη στο ινδικό ημερολόγιο απαριθμούνται από την έναρξη της εποχής Saka, δηλαδή την εαρινή ισημερία στις 22 Μαρτίου 79 μ.Χ. με το Γρηγοριανό Ημερολόγιο. Το ημερολόγιο τέθηκε επίσημα σε χρήση την 1η ημέρα του μήνα Caitra του έτους 1879 της εποχής Saka (22 Μαρτίου 1957).
Σήμερα
Εξαιτίας αυτού του περισσεύματος του χρόνου το οποίο «εκτόπιζε» τις σταθερές γιορτές από την αρχαιότητα φτάσαμε σήμερα να ξεφεύγουμε κατά 1 δευτερόλεπτο, που όμως είναι εξίσου «καταστροφικό»! Συγκεκριμένα, υπήρξε η ανάγκη την 1η Ιουλίου 2015 τα ρολόγια παγκοσμίως να  «κολλήσουν» για 1 δευτερόλεπτο, αφού πλέον τόση ήταν η απόκλιση  Μπορεί να φαίνεται μηδαμινό, ωστόσο προκλήθηκαν ορισμένα προβλήματα στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και στο διαδίκτυο (καθώς μπερδεύτηκαν οι κεντρικοί υπολογιστές υπηρεσιών όπως το LinkedIn και το Reddit). Είναι η 27η φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Η προηγούμενη φορά που είχε γίνει κάτι ανάλογο, ήταν το 2012 (προηγουμένως είχαν γίνει προσθήκες δευτερολέπτων τα έτη 2008, 2005 και 1998). Έτσι, περιοδικά πρέπει να γίνεται μία διόρθωση στον Συγχρονισμένο Παγκόσμιο Χρόνο (UTC), τον διάδοχο της ώρας Γκρίνουιτς (GMT), που μετριέται από τα ατομικά ρολόγια.


Εσείς τι ώρα λέτε;

Εμμονή της μνήμης, 1931
Salvador Dali