Sunday, February 21, 2016

"Γιάννενα, Ρωμιοσύνης κάστρο..." - 103 χρόνια από την απελευθέρωση των Ιωαννίνων


Ιωάννινα
Φωτογραφία: Σπύρος Μπούσιας
Η ίδρυση της πόλεως των Ιωαννίνων, αποδίδεται στον Ιουστινιανό, τον 6ο αιώνα μ.Χ., με μετοικεσία κατοίκων της Ευροίας. Η πρώτη παρουσία της πόλεως με την ονομασία Ιωάννινα, στις ιστορικές πηγές, συναντάται στα πρακτικά της συνόδου του 879, που έγινε στην Κωνσταντινούπολη και η δεύτερη, του έτους 1020, του αυτοκράτορα Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Κατά την Βυζαντινή περίοδο και για πολύ ακόμα χρονικό διάστημα, η πόλη των Ιωαννίνων φέρεται ότι περιοριζόταν μόνον εντός του φρουρίου. 
Το Γιοφύρι της Άρτας
Φωτογραφία: Σπύρος Μπούσιας
Το 1204 καταλαμβάνεται από τον Μιχαήλ Άγγελο Κομνηνό, ο οποίος εγκαθιδρύει έτσι την δυναστεία των δεσποτών της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα. Έκτοτε, τα Ιωάννινα θ' ακολουθήσουν τις ιστορικές εξελίξεις του Δεσποτάτου της Ηπείρου, το οποίο, εκτεινόμενο από το Δυρράχιο μέχρι τη Ναύπακτο θα διαδραματίσει τον ρόλο του Βυζαντινού προπυργίου, ενάντια στις αλλεπάλληλες επιδρομές των Φράγκων, των Βενετών, των Αλβανών και των Σέρβων. 
Επί των ημερών του Μιχαήλ Α' του Αγγέλου, τα Ιωάννινα φέρονται να αναπτύσσονται και να ευημερούν. Κατά την περίοδο αυτή, συγκεντρώνονται στα Ιωάννινα επίσημοι και λόγιοι πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη, μετά την κατάληψη αυτής από τους Φράγκους. Επίσης, κατά την περίοδο αυτή -περί το 1206- σημειώνεται ανακαίνιση των τειχών του φρουρίου και ίδρυση, στη μεν Μονή Σπανού, της Σχολής Φιλανθρωπινών, στην δε αρχαιότατη Μονή του Αγίου Νικολάου Στρατηγοπούλου, της ομώνυμης Σχολής.
Μέχρι και το 1318 η εξουσία των Ιωαννίνων αλλάζει συχνά χέρια. Το 1319 περνάνε στην Βυζαντινή κυριαρχία ενώ το 1339 στη Σερβοκρατία. Το 1367 τα Ιωάννινα παραχωρούνται στους Αλβανούς, ενώ το 1385 για να αντιμετωπισθεί η απειλή των επιδρομών των Αλβανών φυλάρχων, γίνεται δεσπότης της πόλεως των Ιωαννίνων ο Έσω ντί Μπουοντελμόντι εκ Φλωρεντίας, κατόπιν προσκλήσεως από τους Έλληνες και τους Σέρβους άρχοντες των Ιωαννίνων. 
Ο νέος ηγεμόνας επαναφέρει τη μητρόπολη στην έδρα της και εφαρμόζει συνετή διοίκηση απέναντι στους κατοίκους. Όμως, πιεζόμενος από τις συνεχείς αλβανικές επιδρομές και πολιορκούμενος από τον Σπάτα, αναγκάζεται να ζητήσει την προστασία του σουλτάνου Μουράτ Α’, οπότε και σημειώνεται η πρώτη παρουσία τούρκικων δυνάμεων στα Ιωάννινα. 
Η σύγκρουση με τους Αλβανούς και οι ανταγωνισμοί των αρχοντικών οίκων της Ηπείρου που συχνά συμβιβάζονταν, ή και έκαναν παραχωρήσεις στους Οθωμανούς, δεν επέτρεψε στην δημιουργία ενός αντι-τουρκικού μετώπου. Έτσι, οι Οθωμανοί σταδιακά επεκτείνουν την κυριαρχία τους σε ολόκληρη την Ήπειρο. Τα Ιωάννινα καταλαμβάνονται, λοιπόν, ειρηνικά από τους Οθωμανούς το 1431 υπό τον Σινάν Πασά και εγκαθιδρύεται η τούρκικη κυριαρχία. 
Οι Οθωμανοί δίνουν στους Γιαννιώτες μεγάλα προνόμια: να κατοικούν μέσα στο κάστρο και να ελέγχουν το κανόνι, να είναι απαλλαγμένοι από κάθε βίαιη μεταφορά και από το παιδομάζωμα, να διατηρούν τις εκκλησίες τους, να έχουν εκκλησιαστικό δικαστήριο και να συνεχίζουν να εισπράττουν τα εισοδήματα των γαιών τους, με μόνον όρο να υπηρετούν την Υψηλή Πύλη. Επίσης σημαντικό ήταν και το προνόμιο που επέτρεπε στους χριστιανούς γαιοκτήμονες να κρατήσουν άθικτες τις περιουσίες τους, με την δέσμευση να συμμετέχουν στις στρατιωτικές εκστρατείες του Σουλτάνου.
Μετά την πλήρη επικράτηση των Οσμανών και μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνος, τα υπό τουρκική κυριαρχία Ιωάννινα παρουσιάζουν πτώση και παρακμή, λόγω της αυξανόμενης διαφθοράς του Οθωμανικού κράτους. 
Το 1611 σημειώνεται το επαναστατικό κίνημα του μητροπολίτη Λαρίσης-Τρίκης Διονυσίου του επονομαζομένου Φιλοσόφου-σκυλοσόφου που δεν στέφεται με επιτυχία. Οι Οθωμανοί σε αντίποινα γι' αυτό το κίνημα κατάργησαν τα προνόμια που είχαν παραχωρήσει στους κατοίκους, ενώ προέβησαν σε σκληρότερη διακυβέρνηση με λεηλασίες, δολοφονίες και βαριά φορολογία, με αποτέλεσμα πολλοί κάτοικοι να αναγκαστούν να μετοικήσουν.
Ο 17ος αιώνας αποτελεί την απαρχή της ακμής των Ιωαννίνων, η οποία κορυφώνεται στο δεύτερο μισό του 18ου, με την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνίας. Η ανάπτυξη αυτή οδηγεί σε σημαντική πληθυσμιακή αστική συγκέντρωση. Επίσης, τα Ιωάννινα παρουσιάζουν και λαμπρή πνευματική παράδοση αιώνων.
Κατά τον 18ο αιώνα, τα Ιωάννινα αναδεικνύονται στο δεύτερο σημαντικότερο πνευματικό-πολιτισμικό κέντρο του νέου Ελληνισμού και της προεπαναστατικής πνευματικής Ελλάδας, μετά την Κωνσταντινούπολη. Η εισροή του ελληνικού στοιχείου που αναζητούσε καταφύγιο από τους Οθωμανικούς διωγμούς, αυξάνουν πληθυσμιακά τα Ιωάννινα.  
Το 1775 περιοδεύει ο Κοσμάς ο Αιτωλός και προτρέπει στην ίδρυση σχολείων και στην τόνωση της Χριστιανικής πίστης, γεγονός που ανακόπτει τα Οθωμανικά σχέδια και βοηθά στην επιβίωση της εθνικής αυτογνωσίας και την πνευματική αναγέννηση. 
Αλή Πασάς Ιωαννίνων
Ο Αλή - ο Τεπελενλής γίνεται το 1787 μουτεσαρίφης των Ιωαννίνων και, για να εδραιώσει την θέση του, μετά την θεαματική άνοδό του απέναντι στους ισχυρούς αντιπάλους του, τους μπέηδες της Αλβανίας, φορά το προσωπείο του προστάτη των υποδούλων και συντελεί στην ιστορική αναβίωση της μνήμης του Κοσμά του Αιτωλού, ώστε να αποκτήσει λαϊκά ερείσματα, με τελικό σκοπό την αυτονόμησή του από την Πύλη. Επί της εποχής του, κορυφώνεται η αστικοποίηση της πόλεως και τα Ιωάννινα εξελίσσονται στο μεγαλύτερο αστικό κέντρο της προεπαναστατικής Ελλάδος. Πάντως, τα θετικά σημεία της πολιτικής του Αλή Πασά προς τους υπόδουλους, όπως η ανεξιθρησκεία, η προώθηση του εμπορίου –έστω με πρωτόγονα μέσα -, η προστασία λειτουργίας ελληνικών σχολείων και πολλά άλλα, που αποσκοπούσαν στην διατήρηση λεπτών ισορροπιών, δεν στάθηκαν ικανά να αντισταθμίσουν την βία, την αυθαιρεσία, την τρομοκρατία και την καταπίεση σε όλους τους τομείς διοικήσεως που μεταχειριζόταν ο Τεπελενλής και οι γιοι του, όπως πχ το 1809 ο απαγχονισμός του Κατσαντώνη και ο πνιγμός της Κυρά-Φροσύνης. Έτσι, το 1822 σημειώνεται η πτώση του Αλή Πασά, ενώ το 1830, η επικράτηση της ελληνικής επανάστασης και η δημιουργία ελεύθερου Ελληνικού κράτους επιφέρει γενικώς τουρκικά αντίποινα στην Ήπειρο. 
Λίμνη Παμβώτιδα Ιωαννίνων
Φωτογραφία: Σπύρος Μπούσιας
Επίσης, αρχίζει να αφυπνίζεται ο Αλβανικός εθνικισμός και οι συνεχείς στάσεις, εξεγέρσεις και επανάσταση των Αλβανών κατά των Τούρκων, έχουν ως αποτέλεσμα νέα δεινά για τον ελληνικό πληθυσμό. 
Από τον συνεχή και χαμηλής εντάσεως πόλεμο που διεξάγεται κατά τόπους στην Ήπειρο αυτήν την περίοδο, συρρέουν πρόσφυγες στην πόλη. Λόγω της στρατηγικής και οικονομικής σπουδαιότητας της πόλης, η αποκατάσταση των πολεμικών καταστροφών γίνεται ταχέως και τα Γιάννενα ξαναβρίσκουν την οικονομική και πνευματική τους ακμή. 
Εν τέλει, το 1912, ο Ελληνικός Στρατός, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Έτσι, αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι. 
Ο τάφος του Αλή Πασά
Φωτογραφία: Σπύρος Μπούσιας
Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο, περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου. Με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.
Μετά τις επιτυχίες αυτές, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική. Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.
Το τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια. Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου. Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.
Τελικά, σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθιά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913 από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.
Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.